Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή καί αποτελεί ένα τών μυστηρίων τής Εκκλησίας μας.
Η εξομολόγηση δέν είναι μία τυπική, από συνήθεια «γιά τό καλό» καί λόγω τών επικείμενων εορτών, βεβιασμένη καί πρόχειρη πράξη από ένα καί μόνο καθήκον ή υποχρέωση καί πρός ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θά πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε μέ τή μετάνοια. Μάς έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).
Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής καί λύπης, γιά τήν απομάκρυνση από τόν Θεό διά τής αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δέν συνδυάζεται μέ τήν αφόρητη θλίψη, τήν υπερβολική στενοχώρια καί τίς αδυσώπητες ενοχές. Τότε δέν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα τού «εγώ», θυμός μέ τόν εαυτό μας, πού εκδικείται γιατί εκτίθεται καί ντροπιάζεται καί δέν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νού, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος τής αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη τής αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία καί διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως μέ τόν Χριστό διά τής Χάριτος τού πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τά βάθη τής καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στό μυστήριο τής θείας καί ιεράς εξομολογήσεως.
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά καί ταπεινά ενώπιον τού εξομολόγου, ως εν προσώπω τού Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δέν μπορεί ν' αντικαταστήσει τόν εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω καί η πιό θαυματουργή, δέν μπορεί νά δώσει αυτό πού δίνει τό πετραχήλι τού εξομολόγου, τήν άφεση τών αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τόν εξομολογούμενο, τόν υιοθετεί καί τόν αναγεννά πνευματικά, γι' αυτό καί ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή καί δυνατή, δυνατότερη καί συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος μέ φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση καί αγάπη παρακολουθεί τόν αγώνα τού εξομολογούμενου καί τόν χειραγωγεί διακριτικά στήν ανοδική πορεία τής εν Χριστώ ζωής.
Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τόν επίσκοπο γιά τό εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως τό χάρισμα τού «δεσμείν καί λύειν» αμαρτίες τό λαμβάνει μέ τή χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος τών αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια καί μεγάλη έχει η εγκυρότητα καί η κανονικότητα τής αποστολικής διαδοχής διά τών επισκόπων. Τό μυστήριο τής εξομολογήσεως όπως καί όλα τ' άγια μυστήρια τής Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται καί χαριτώνουν τούς πιστούς όχι κατά τήν αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα καί τέχνη τού ιερέως, ακόμη καί τήν αρετή καί αγιότητά του, αλλά τή διά τής κανονικότητος τής ιερωσύνης καί τού Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες τού ιερέως δέν εμποδίζουν τή θεία Χάρη τών μυστηρίων. Αλλοίμονο άν αμφιβάλλουμε άν κατά τήν αναξιότητα τού ιερέως τό ψωμί καί τό κρασί έγινε σώμα καί αίμα Χριστού κατά τή θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δέν σημαίνει ότι ο ιερεύς δέν θά πρέπει μόνιμα ν' αγωνίζεται γιά τήν καθαρότητά του. Έτσι δέν υπάρχουν καλοί καί κακοί εξομολόγοι. Όλοι οι εξομολόγοι τήν ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως τό δικαίωμα επιλογής τού εξομολόγου. Μπορούμε νά προστρέξουμε σέ αυτόν πού αληθινά μάς αναπαύει. Δέν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δέν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως καί οι εξομολόγοι θά πρέπει νά στενοχωρούνται παράφορα καί νά δημιουργούν μάλιστα καί προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πώς ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι μέ τό πρόσωπό του καί όχι μέ τόν Χριστό καί τήν Εκκλησία, καί θεωρούν τήν αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δέν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μάς ανήκουν αποκλειστικά καί μπορούμε νά τούς εξουσιάζουμε καί νά τούς φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους καί ανελεύθερους υποτακτικούς. Είπαμε βέβαια πώς ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας καί ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό νά λυπάται γιά τήν αναχώρηση τού υιού του. Προτιμότερο όμως είναι νά εύχεται γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί τή σύνδεσή του μέ τήν Εκκλησία, έστω καί παρά τήν αποσύνδεσή του από τόν ίδιο. Νά εύχεται καί όχι νά απεύχεται.
Τό έργο τού εξομολόγου δέν είναι μόνο η απλή ακρόαση τών αμαρτιών τού εξομολογούμενου καί η ανάγνωση στό τέλος τής συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στήν ώρα τής εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σάν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς τό τέκνο του, τό ακούει καί τό παρακολουθεί προσεκτικά, τό νουθετεί κατάλληλα, τό κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τά τάλαντά του, δέν τού θέτει υπερβολικά βάρη, τό κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, τό οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, τό θεραπεύει ανάλογα, δέν τό αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τόν αγώνα παθοκτονίας καί αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στήν ψυχή του τήν αθάνατη Χριστό.
Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική καί υιική σχέση εξομολόγου καί εξομολογουμένου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα καί ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει τήν καρδιά του στόν εξομολόγο καί τού εκθέτει τά πιό κρύφια, τά πιό δόλια, τά πιό ακάθαρτα, όλα τά μυστικά του, πράξεις απόκρυφες καί επιθυμίες βλαβερές, ακόμη καί αυτά πού δέν θέλει νά ομολογήσει στόν ίδιο του τόν εαυτό καί δέν λέει στόν πιό στενό συγγενή του καί τόν καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θά πρέπει απόλυτα νά σεβασθεί αυτή τήν απεριόριστη εμπιστοσύνη τού εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε καί από τό γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τούς θείους καί Ιερούς Κανόνες τής Εκκλησίας μέ τό απόρρητο τής εξομολογήσεως.
Στήν ορθόδοξη εξομολογητική δέν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση τής κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, μέ ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις καί δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες καί διαθέσεις. Ο εξομολόγος μέ τή Χάρη τού Θεού καί τή θεία φώτιση θά πρέπει νά διακρίνει όλ' αυτά, ώστε ν' αποφασίσει τί καλύτερα θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει γιά νά βοηθήσει τόν εξομολογούμενο. Αλλοτε χρειάζεται η επιείκεια καί άλλοτε η αυστηρότητα. Δέν είναι γιά όλους πάντοτε τά ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θά πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο γιά νά λέγεται αυστηρός καί νά εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, γιά νά προτιμάται καί νά λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση καί προσευχή.
Η «οικονομία» δέν απαιτείται από τόν εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό νά γίνει κανόνας από τόν εξομολόγο. Η «οικονομία» θά πρέπει νά παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θά πρέπει νά είναι πάντα πρός καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι πού τήν επιβάλλουν ασφαλώς δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιείται. Γιά τήν ίδια αμαρτία μπορούμε νά έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους πρός αντιμετώπισή της.
Ο κανόνας δέν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δέν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δέν τίθεται πρός ικανοποίηση τού προσβληθέντος Θεού καί εξιλέωση τού αμαρτωλού ενώπιον τής Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μιά καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στήν ανώριμη μετάνοια, πρός συναίσθηση καί συνειδητοποίηση τού μεγέθους τής αμαρτίας. Η αμαρτία κατά τήν ορθόδοξη διδασκαλία δέν είναι τόσο παράβαση τού νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στό Θεό. Αγάπα καί κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος.
Ο κανόνας τίθεται πρός ολοκλήρωση τής μετάνοιας τού εξομολογούμενου, γι' αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δέν επιτρέπεται νά κοινοποιεί τίς αμαρτίες τού εξομολογουμένου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δέν επιτρέπεται νά κοινοποιεί στούς άλλους τόν κανόνα πού τού έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, πού είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.
Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος. Κατά τήν ώρα τού μυστηρίου δέν λειτουργεί ως ψυχολόγος καί επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ' αμαρτήματα τού εξομολογουμένου προσεύχεται νά τόν φωτίσει ο Θεός νά δώσει τό καλύτερο φάρμακο πρός θεραπεία, νά σφυγμομετρήσει τόν βαθμό καί τήν ποιότητα τής μετανοίας του. Ο εξομολόγος δέν στέκεται απέναντι στόν εξομολογούμενο μέ περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα καί αλαζονεία, αλλά ούτε καί αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα καί κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη καί η προσοχή τού εξομολόγου θά βοηθήσει πολύ τόν εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θά πρέπει νά κάνει πολλές, περιττές καί αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θά πρέπει νά διακόπτει τίς λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων καί ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη καί τίς αναφορές ονομάτων, ώστε ν' ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δέν θά πρέπει νά φοβάται, νά δειλιάζει καί νά ντρέπεται, αλλά νά σέβεται, νά εμπιστεύεται, νά τιμά καί νά ευλαβείται τόν εξομολόγο. Αυτό τό κλίμα πάντως τής ιερότητος, αλληλοσεβασμού καί εμπιστοσύνης κυρίως θά τό καλλιεργήσει, εμπνεύσει καί δημιουργήσει ο εξομολόγος.
Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι τό σώμα τού Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας τών ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τά τραύματα, τίς πληγές καί τίς ασθένειες τής αμαρτίας, τών παθογόνων δαιμόνων καί τών ιοβόλων δαιμονικών παγίδων καί επηρειών τών δαιμονοκινήτων παθών.
Η Εκκλησία μας δέν είναι παράρτημα τού υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται νά ξεπεράσει τούς διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν' αρνείται τό σπουδαίο καί αγαθό αυτό έργο καί νά μή τό επιτελεί πλούσια, επαινετά καί θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος τής ζωής, λυτρώσεως καί σωτηρίας τών πιστών «υπέρ ών Χριστός απέθανεν» διά τής συμμετοχής τους στά μυστήρια τής Εκκλησίας. Τό πετραχήλι τού Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, πού λειαίνει καί ισιάζει τούς ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας καί όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας τών ανθρώπων πρός θεραπεία καί σωτηρία.
Ο Θεός χρησιμοποιεί τόν ιερέα γιά τή συγχώρηση τού πλάσματός του. Τό λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι' εμού τού αμαρτωλού πάντα, καί εν τώ νύν αιώνι καί εν τώ μέλλοντι. καί ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τώ φοβερώ αυτού Βήματι. περί δέ τών εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θά βαραίνουν τόν άνθρωπο καί στόν μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δέν εξομολογούνται. Είναι σάν νά μή πιστεύει κανείς στήν χάρη τού μυστηρίου. Ο Θεός τά γνωρίζει, αλλά θά πρέπει πρός άφεση, ταπείνωση καί ίαση νά εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δέν αναιρεί τήν αγάπη τής Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη πρός καλύτερη συναίσθηση τών πταισμάτων.
Κατά τόν όσιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις τών πονηρών έργων καί λόγων καί λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, πρός νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά καί σημαντικά αναφέρει πώς η εξομολόγηση πρέπει νά γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν' άγχεται νά εκμαιεύσει τήν ομολογία τού εξομολογουμένου. Μέ κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή τής λύπης πού προκάλεσε ειλικρινά μέ τήν αμαρτία στόν Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια πού σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος τής αμαρτίας, αγάπη τής αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στόν Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες καί μεταθέσεις, μέ ειλικρινή αυτομεμψία καί γνήσια αυτοεξουθένωση, πού φέρει τή χαρμολύπη καί τό χαροποιό πένθος τής Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση μέ κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα καί ακρίβεια, ανδρεία καί θάρρος, αυστηρότητα καί γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη καί τήν ώρα αυτή ο άνθρωπος νά μή παραδέχεται τήν ήττα του, τήν πτώση καί τήν αδυναμία του καί μέ ωραιολογίες καί μακρυλογίες νά μεταθέτει τά ποσοστά ευθύνης του, μέ περιστροφές καί μισόλογα, κατηγορώντας καί τούς άλλους, προκειμένου νά φυλάξει ακόμη καί τώρα ατσαλάκωτο τό εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση τού πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή πρό τής αμαρτίας καί όχι μετά καί μπροστά στόν εξομολόγο. Η πρό τού εξομολόγου ντροπή λέγουν θά μάς ελευθερώσει από τή ντροπή στήν έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δέν θά ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει νά είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής καί μέ τήν απόφαση νά μή επαναλάβει τά εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θά πρέπει νά είναι συνεχής, ώστε τά φιλεπίστροφα, κατά τόν όσιο Ιωάννη τής Κλίμακος, πάθη νά μή ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα νά θεραπεύονται. Έτσι δέν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία καί αυτομεμψία, δέν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη καί οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα καί η μνήμη τού θανάτου δέν είναι φοβερή καί τρομακτική.
Συμβαίνει συχνά-πυκνά καί τ' ομολογούμε μέ πολύ πόνο καί περισσή αγάπη τό κήρυγμα νά μήν είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή νά εξαντλείται σ' ένα ακόμη σχολιασμό τής φθηνής επικαιρότητος καί νά μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σέ τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε καί εμείς τή γνώμη μας γιά τά τρέχοντα καί συμβαίνοντα. Όμως τ' ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό καί ψυχωφελές. Τό κήρυγμα τής μετανοίας από τών Προφητών, τού Τιμίου Προδρόμου, τού Σωτήρος Χριστού καί πάντων τών αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο καί αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση τής μετοχής στ' άγια μυστήρια καί τής ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα τής καρδιάς. Καθαρότητα από τήν ποικίλη αμαρτία, τό πνεύμα τής απληστίας καί τής ευδαιμονίας τής σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, τό πνεύμα τής αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευομένου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου καί παράδοξου, τό δαιμονικό πνεύμα τών πονηρών λογισμών, τών φαντασιών καί φαντασιώσεων, τών καχυποψιών καί ζηλοφθονιών, τών ακαθάρτων καί σκοτεινών.
Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα τής καρδιάς, στίς αδελφικές σχέσεις, τίς συζυγίες, τίς συναδελφικές υποχρεώσεις, τίς φιλίες, τίς συζητήσεις, τίς σκέψεις, τίς επιθυμίες, τίς ιερατικές κλήσεις. Τά λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σέ ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα καί λεβεντιά. Έτσι μολύνεται τό λογιστικό τής ψυχής, διεγείρεται στήν απληστία τό επιθυμητικό καί αμβλύνεται σοβαρά τό βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος νά παρασύρεται στό κακό δίχως φραγμό καί όρια.
Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση τών παθών, η ωραιοποίηση τής αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία καί λάθος η παραδοχή τού λάθους, η ανάληψη τής ευθύνης καί η ταπεινή αποδοχή τού σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση τού εαυτού μας καί η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο καί εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τόν δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ' άφωτα δίχτυά του.
Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές καί συνοδικούς κανόνες, κατά τήν αρέσκεια, προτίμηση καί ευκολία, σέ σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος καί ακριβείας.
Κατόπιν όλων τούτων, τά οποία δέν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δέν έχουν εύκολο έργο. Δέν αρκεί πλέον η χειραγωγία στή μετάνοια καί η καλλιέργεια τής ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται τό ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό πρός απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση καί αντιμετώπιση τού σφοδρού ρεύματος τής αποϊεροποιήσεως, τής εκκοσμικεύσεως, τού αποηρωισμού, τού ευδαιμονισμού, τού πλουτισμού καί κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής καί αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, πού η αγωγή δέν τούς βοηθά νά συνειδητοποιήσουν τό νόημα καί τό σκοπό τής ζωής, τό κενό, τό άκοσμο, τό άνομο, τό άφωτο τής αμαρτίας.
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη καί γιά τούς χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιάς άκοπης, άμοχθης καί άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δέν αποδεχόμεθα τήν άρση τού προσωπικού μας σταυρού. Δέν γνωρίζουμε τό βάθος καί τό εύρος τού σταυρού. Προσκυνούμε τόν σταυρό στήν εκκλησία, κάνουμε τόν σταυρό μας, αλλά δέν ασπαζόμαστε τόν προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δέν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.
Τιμάμε τούς μάρτυρες καί τούς οσίους, αλλά δέν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στή νηστεία, δυσανασχετούμε στήν ασθένεια, δέν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη καί όταν φταίμε, οπότε πώς νά υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό καί εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πώς τό σύγχρονο κοσμικό πνεύμα τής ευκολίας, τής ανέσεως καί τού υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά τό μέτρο τής πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει τό ασκητικό Ευαγγέλιο.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα τής εποχής μας είναι η νοσηρή καί υπερβολική εμπιστοσύνη τού ανθρώπου στή λογική, τή διάνοια, τή γνώση καί τήν κρίση του. Πρόκειται γιά τόν παχυλό καί κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μάς διδάσκει τό νού νά τόν έχουμε εργαλείο καί νά τόν κατεβάσουμε στήν καρδιά. Η Εκκλησία μας δέν καλλιεργεί καί παράγει διανοούμενους. Γιά μάς ο ορθολογισμός δέν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μιά καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μιά μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στήν εντολή τής πίστεως, τής ελπίδος, τής αγάπης καί τής εμπιστοσύνης στόν Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τά πάντα μέ τήν κρισάρα τού μυαλού, μόνο μέ τόν πεπερασμένο νού του, κέντρο είναι ο εαυτός του καί τό κυρίαρχο εγώ του καί δέν εμπιστεύεται τή θεία Πρόνοια, τή θεία Χάρη καί θεία Βοήθεια στή ζωή του.
Θεωρώντας συχνά τόν εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δέν επιτρέπει στόν Θεό νά επέμβει στή ζωή του καί νά τόν κρίνει. Έτσι δέν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πώς τό νά νομίζει κάποιος πώς δέν έπεσε σέ αμαρτήματα, αυτό είναι η πιό μεγάλη πτώση καί πλάνη καί τό πιό μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι' αστοχία καί όχι γιά αμαρτία, θέλοντας ν' αμβλύνουν τή φυσική διαμαρτυρία τής συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων καί νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δέν είναι όπως οι λοιποί τών ανθρώπων καί ως εκ τούτου δέν χρήζουν εξομολογήσεως.
Κατά τούς αγίους πατέρες τής Εκκλησίας μας τό μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων τών παθών κατά τόν όσιο Ιωάννη τής Κλίμακος. Πρόκειται γιά πολύτεκνη μητέρα μέ πρώτες θυγατέρες τήν κενοδοξία καί τήν αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μιά μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση τών πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών καί επαίνων, πού επιφέρει τήν εξουδένωση καί εξουθένωση τών ανθρώπων, τή θεομίσητη κατάκριση, τόν θυμό, τήν οργή, τήν υποκρισία, τήν ασπλαχνία, τή μισανθρωπία, τή βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό καί δυσθεράπευτο. Η υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη καί πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία καί φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία καί υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στήν αμετανοησία.
Όργανο τής υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Μέ τήν αργολογία, τή φλυαρία, τήν πολυλογία, τό κουτσομπολιό, τή μωρολογία, τή ματαιολογία, τήν ανειλικρίνεια, τήν αδιακρισία, τή διγλωσσία, τή διπλωματία, τήν ευτραπελία, τήν προσποίηση καί τόν εμπαιγμό.
Από τά επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τά τής υπερηφάνειας, ερχόμαστε στή φιλαργυρία, πού γεννά τή φιλοχρηματία, τήν πλεονεξία, τήν απληστία, τήν τσιγγουνιά, τήν ανελεημοσύνη, τή σκληροκαρδία, τήν απάτη, τήν τοκογλυφία, τήν αδικία, τή δολιότητα, τή σιμωνία, τή δωροληψία, τόν τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος μέ τίς ύπουλες καί πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός καί η ύποπτη ακηδία καί αμέλεια.
Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στήν οικογενειακή ζωή καί φρονούμε πώς θά πρέπει νά θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους καί εξομολογουμένους. Η αποφυγή τής τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση τών τέκνων, θεωρούμενα προέκταση τού εγώ τών γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς καί εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως καί αλληλοσεβασμού καί όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά τήν ισόβια σύζευξη καί συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δέν υπάρχει συγχώρεση στίς ανθρώπινες αδυναμίες καί τά καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θά βοηθήσουν σημαντικά τά παιδιά τους όχι μέ τήν πλούσια ευγένεια έξω από τό σπίτι αλλά μέ τό ειρηνικό, νηφάλιο καί αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στό σπίτι τους. Η συμμετοχή τών παιδιών μαζί μέ τούς γονείς τους στό μυστήριο τής εξομολογήσεως θά τούς ενδυναμώσει μέ τή θεία Χάρη καί θά τούς στερεώσει στή βιωματική εμπειρία μέ τόν Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τά παιδιά τους τήν ταπείνωση, πού καίει τίς δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ένα σπιτικό πού ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση καί ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία τού Θεού καί γίνεται κάστρο απόρθητο στήν κακία τού κόσμου. Η μέ τή συγχωρητικότητα αγωγή τών παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία πού τά εμπνέει καί τά ενισχύει γιά τό μέλλον τους.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα, πού αποτελεί σοβαρό εμπόδιο γιά τή μετάνοια καί τήν εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, πού μαστίζει καί πολλούς ανθρώπους τής Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τή δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος τής παραβολής τού Ευαγγελίου.
Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, γιά τά οποία υπεραίρεται καί θέλει νά τιμάται καί επαινείται. Χαίρεται νά τόν κολακεύουν, νά εξουθενώνει καί ταπεινώνει τούς άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα καί θεωρεί τόν Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο νά τόν ανταμείψει. Πρόκειται τελικά γιά ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί καί τούς άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, πού τόν αυτοφυλακίζει καί δέν τόν αφήνει ν' ανοίξει τή θύρα τού θείου ελέους, διά τής μετανοίας.
Γέννημα τής υπερηφάνειας είναι καί η κατάκριση, πού δυστυχώς αποτελεί συνήθεια καί πολλών χριστιανών, πού ασχολούνται περισσότερο μέ τούς άλλους παρά μέ τόν εαυτό τους. Φαινόμενο τής εποχής μας καί τής κοινωνίας πού ωθεί τόν κόσμο στή συνεχή ετεροπαρατήρηση καί όχι τήν αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες καί δραστηριότητες τού σύγχρονου ανθρώπου δέν τόν θέλουν νά μείνει ποτέ μόνο πρός μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο καί μνήμη θανάτου. Τά λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα καί μακρόσυρτα μέ τά πάθη, τίς αμαρτίες, τά παραπτώματα τών άλλων. Όλ' αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν καί άν δέν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν τήν ψυχή καί τό νού μέ τά βρωμερά καί άσχημα καί μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στή μετριότητα, χλιαρότητα καί εφημερότητα τής φθηνής καθημερινότητος, μή συγκρινόμενος μέ τούς αγίους καί τούς ήρωες.
Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στίς μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους καί μολύνοντας τόν εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες καί ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πώς εκείνος πού περιεργάζεται συνεχώς τίς αμαρτίες τών άλλων ή κρίνει τόν αδελφό του από υποψία καί μόνο, αυτός δέν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε τήν έρευνα γιά νά γνωρίσει τίς αμαρτίες του.
Λέγονται πολλά καί διάφορα. Ένα τελικά είναι τό καίριο, σημαντικό καί εξέχον. Η σωτηρία μας, γιά τήν οποία δέν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δέν επιτυγχάνεται παρά μόνο μέ ειλικρινή μετάνοια καί καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δέν ανοίγει μόνο τόν ουράνιο παράδεισο, αλλά καί τόν επίγειο μέ τήν πρόγευση, έστω εν μέρει, τής ανεκλάλητης χαράς τής ατελεύτητης βασιλείας τών ουρανών καί τής υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί καί ειρηνοφόροι, οι κήρυκες τής μετανοίας, τής αναστάσεως, τής μεταμορφώσεως, τής ελευθερίας, τής χάριτος, τής ευλογίας τού Θεού στίς ψυχές τους καί τή ζωή τους. Η πλούσια χάρη τού Θεού κάνει τόν λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δέν υπερβαίνει τήν αγάπη τού Θεού. Κανείς αμαρτωλός άν θέλει δέν αδυνατεί ν' αγιάσει. Μάς τό αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι τού Συναξαριστή.
Ο εξομολόγος εξομολογεί καί συγχωρεί τούς εξομολογούμενους μέ τ' άγιο πετραχήλι του. Δέν μπορεί όμως νά αυτοεξομολογηθεί καί νά θέσει ο ίδιος τό πετραχήλι του στό κεφάλι του γιά νά συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα νά σκύψει σέ άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τά έθεσε η πανσοφία καί η φιλευσπλαγχνία τού Θεού.
Δέν μπορεί νά εξομολογούμε καί νά μή εξομολογούμεθα. Νά διδάσκουμε καί νά μή πράττουμε. Νά μιλάμε γιά μετάνοια καί νά μή μετανοούμε οι ίδιοι. Νά μιλάμε γιά εξομολόγηση καί νά μή εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται καί ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα τής Εκκλησίας μας.
Αδελφοί μου αγαπητοί, τό πετραχήλι τού πνευματικού δύναται νά γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν' αναστήσει νεκρούς, ν' ανανεώσει καί μεταμορφώσει τόν άκοσμο κόσμο, νά χαροποιήσει γή καί ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύθηκε τό μέγα λειτούργημα, τό ιερό υπούργημα, στούς ιερείς μας καί όχι στούς αγγέλους, γιά νά τούς πλησιάζουμε άνετα καί άφοβα ως ομοιοπαθείς καί ομόσαρκους.
Όλα τά παραπάνω, ειλικρινά καί διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, πού δέν θέλησε νά κάνει τόν δάσκαλο, αλλά τόν συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη νά σάς θυμίσει μέ απλά καί άτεχνα λόγια τή ζώσα παράδοση τής αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί τού πάντοτε επίκαιρου θέματος τής θεοΰφαντης καί θεομακάριστης μετανοίας καί τής θεοπαράδοτης καί θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.
Γέρων Μωϋσής (Μοναχός Αγιορείτης)
Ο ΛΕΥΪΤΗΣ
Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011
Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011
Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Μέσα στην σωματική και πνευματική νωχέλεια του καλοκαιριού η Εκκλησία μας προβάλει, ως μια δροσερή νοητή όαση και πνευματική ανάταση, τη μεγάλη εορτή της Παναγίας μας. Το δεκαπενταύγουστο, ή όπως το ονομάζουν πολλοί «το Πάσχα του καλοκαιριού», αποτελεί έναν σπουδαίο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού ενιαυτού. Η κορυφαία αυτή εορτή είναι για ολόκληρη την Ορθοδοξία και ιδιαίτερα για μας του Έλληνες, που ευλαβούμαστε τη Θεοτόκο κατά τρόπο ξεχωριστό, μια ευκαιρία να εκφράσουμε ολόθυμα την τιμή μας προς το ιερό Της πρόσωπο, κι αυτό διότι η προσωπική και εθνική μας ζωή είναι συνυφασμένη με την υψηλή σκέπη και προστασία της Μεγάλης Μάνας, του κόσμου. Μεγάλα προσκυνηματικά κέντρα της χάρης Της (Τήνος, Πάρος, Βέρμιο, κ.α.) θα γίνουν και φέτος πόλοι έλξης χιλιάδων πιστών. Ακόμα πλήθος άλλων ναών αφιερωμένοι στην σεπτή Της Κοίμηση θα πανηγυρίσουν λαμπρά και θα τιμήσουν όπως πρέπει την έξοδό Της από τον κόσμο και την είσοδό Της στην ατέρμονη αιωνιότητα και την περίλαμπρη δόξα.
Τα ιερά βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν αναφέρουν δυστυχώς τίποτε για την ζωή της Παναγίας μας μετά την Ανάσταση του Κυρίου και την Πεντηκοστή. Την σιωπή αυτή έρχεται να αναπληρώσει η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία, όπως είναι γνωστό, μαζί με την Αγία Γραφή, αποτελεί την πηγή της πίστεώς μας. Η ευσέβεια, ο σεβασμός και αγάπη των πιστών της ιεροσολυμίτικης εκκλησίας προς την Θεοτόκο διέσωσαν ορισμένα στοιχεία της ζωής Της, τα οποία καταγράφηκαν αργότερα στα έργα των Πατέρων και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας.
Σύμφωνα με αυτά η Μητέρα του Κυρίου μας μετά την Ανάσταση του Κυρίου παρέμεινε ένα απλό, αλλά επίλεκτο μέλος της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. Οι απόστολοι, οι ποιμένες και οι πιστοί της Εκκλησίας έτρεφαν απεριόριστη αγάπη και σεβασμό προς Αυτήν. Στους δύσκολους καιρούς του διωγμού των χριστιανών στην Παλαιστίνη (Πράξ.8,1) η Παναγία μας έγινε προφανώς ο μεγάλος παρήγορος αυτών. Πόσα χρόνια έζησε δεν γνωρίζουμε. Πάντως δεν πρέπει να γεύθηκε το επώδυνο γήρας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός την πήρε γρήγορα κοντά Του πιθανότατα γύρω στα πενήντα Της χρόνια.
Όταν ήρθε η ώρα λοιπόν της εξόδου Της στάλθηκε και πάλι ο αρχάγγελος Γαβριήλ να της αναγγείλει την θέληση του Θεού και Υιού Της. Ενώ προσευχόταν στον οίκο Της στην Ιερουσαλήμ παρουσιάστηκε ο άγγελος και της προσέφερε ένα μικρό κλαδί φοίνικα και της είπε: «Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία. Σου φέρνω μήνυμα από τον Υιό Σου. Ήρθε η ευλογημένη ώρα να πας κοντά Του και να δοξαστείς όπως σου ταιριάζει. Ετοιμάσου λοιπόν και σε τρεις ημέρες θα έρθει Εκείνος να πάρει την τίμια και αμόλυντη ψυχή Σου». Μετά από αυτό και αφού συνήλθε από την οπτασία, χάρηκε πολύ και κίνησε βιαστικά να ανέβει στο αγαπημένο Της Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, εκεί που προσευχήθηκε για τελευταία φορά ο Υιός Της πριν από το πάθος Του. Συνήθιζε να ανεβαίνει συχνά και να προσεύχεται εκεί.
Ανηφορίζοντας το μονοπάτι συνέβη το απροσδόκητο: Τα δένδρα και οι θάμνοι του δρόμου έγερναν και την προσκυνούσαν! Η άψυχη και άλογη κτίση, όπως είχε εναντιωθεί την ώρα του σταυρικού πάθους του Κυρίου και Υιού Της, τώρα αποκτά ξανά κρίση και συναίσθημα και προσκυνά την Βασίλισσα του κόσμου! Κατευθύνθηκε στο σημείο εκείνο του κήπου που είχε προσευχηθεί και ο Κύριος.
Γονάτισε ταπεινά, ύψωσε τα σεπτά της χέρια και ατένισε τον ουρανό και αφού ευχαρίστησε το Θεό τον παρακάλεσε για την σωτηρία του κόσμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της προσευχής Της ένα ουράνιο φως Την έλουζε. Το τίμιο και άγιο πρόσωπό Της έλαμπε από θεία ενέργεια.
Μετά γοργά γύρισε στον οίκο Της και άρχισε να ετοιμάζει τα απαραίτητα της κηδείας Της. Μάζεψε επίσης τους συγγενείς και πιστούς φίλους και φίλες Της και τους ανακοίνωσε την θέληση του Κυρίου να την καλέσει κοντά Του. Εκείνοι όταν το άκουσαν ξαφνιάστηκαν και άρχισαν να θρηνούν το χωρισμό της Μητέρας του Κυρίου. Εκείνη τους παρηγόρησε λέγοντάς τους πως αυτή είναι η θέληση του Θεού και πως από την θέση Της στον ουρανό θα πρεσβεύει πάντοτε για ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Για παρηγοριά τους δώρισε δύο από τα φορέματά Της, την σκέπη (το μαντίλι της κεφαλής) και την εσθήτα Της, τα οποία αποτέλεσαν κατόπιν από τους πολυτιμότερους θησαυρούς της Εκκλησίας μας!
Την τρίτη ημέρα μετά την επίσκεψη του αρχαγγέλου, η Κυρία Θεοτόκος αφού ντύθηκε μόνη Της τα νεκρικά Της ενδύματα, κάλεσε και πάλι τους φίλους Της και ξάπλωσε ήρεμα στην κλίνη Της. Τότε συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός: Μια δυνατή βοή ακούστηκε στον σπίτι Της, μια φωτεινή νεφέλη το κάλυψε. Πάραυτα μεταφέρθηκαν σε νεφέλες από τα πέρατα της οικουμένης οι άγιοι Απόστολοι προκειμένου να παραβρεθούν στην έξοδό Της. Κατά τον ίδιο τρόπο μεταφέρθηκε επίσης ο απόστολος Παύλος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο άγιος Ιερόθεος, πρώτος επίσκοπος των Αθηνών, ο άγιος Τιμόθεος και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της Εκκλησίας. Η Κυρία Θεοτόκος, αφού χαιρέτισε και ευλόγησε όλους, παρέδωσε την αγία ψυχή Της στα χέρια του Υιού Της ο Οποίος κατέβηκε από τον ουρανό για να την παραλάβει ο Ίδιος.
Οι συγκεντρωμένοι απόστολοι, οι προεστοί της εκκλησίας των Ιεροσολύμων και ο πιστός λαός άρχισαν να ψάλλουν εξόδιους ύμνους στην Θεομήτορα. Ταυτόχρονα ακούστηκε να συμψάλλει στρατιά αγγέλων από τον ουρανό! Η ουράνια μελωδία ακούστηκε σε ολόκληρη την πόλη. Φόβος και έκσταση κατέλαβε τους κατοίκους της αγίας πόλεως. Μόνο οι σκληρόκαρδοι και φθονεροί Ιουδαίοι δεν συγκινήθηκαν από αυτό το θαυμαστό γεγονός.
Μετά σχηματίσθηκε νεκρική πομπή η οποία κατευθυνόταν στο χωριό Γεθσημανή, όπου θα θάπτονταν το τίμιο σκήνωμά Της. Οι θρήνοι του πιστού λαού, που είχε χάσει την Μάνα του, έσμιγαν με τις ψαλμωδίες των αποστόλων. Στα ιλαρά πρόσωπά τους κυλούσαν δάκρυα λύπης και χαράς.
Πριν φτάσουν στον τόπο της ταφής έφτασαν φανατικοί Ιουδαίοι και θέλησαν να βεβηλώσουν την έξοδο της Μητέρας του Ιησού, τον Οποίο μισούσαν θανάσιμα. Με ύβρεις, απειλές και λοιδορίες προκαλούσαν την σεμνή ομήγυρη. Κάποιος από αυτούς είχε την αναίδεια να πλησιάσει το σεπτό φέρετρο της Θεοτόκου, με σκοπό να ρίξει στο έδαφος το άγιο σκήνωμα. Μόλις τόλμησε να αγγίξει το στολισμένο με μυρωδάτα άνθη νεκροκρέβατο, πάραυτα κόπηκαν και τα δυο του χέρια και έμειναν κολλημένα σε αυτό. Ταυτόχρονα έχασε και το φως του! Τότε κατάλαβε την αισχρότατη πράξη του και με φωνές γοερές δήλωνε την μετάνοιά του και παρακαλούσε την Παναγία να τον λυπηθεί και να τον θεραπεύσει. Και ω του θαύματος, ο άνθρωπος εκείνος θεραπεύτηκε αμέσως! Κατόπιν ομολόγησε την ανομία και την απιστία του και έγινε χριστιανός. Με δάκρυα στα μάτια ακολουθούσε και αυτός την ιερή πομπή. Αντίθετα οι άλλοι σύντροφοί του παρέμειναν ψυχροί και αμετανόητοι μπροστά στο μεγάλο θαύμα της Θεομήτορος!
Εκεί στο ήσυχο χωρίο της Γεθσημανή έγινε η κήδευση του άχραντου λειψάνου της Παναγίας μας. Το θεοδόχο σώμα Της, τέθηκε σε περιποιημένο μνημείο, που ετοίμασαν οι Χριστιανοί της αγίας πόλεως. Με λυγμούς και δάκρυα οι άγιοι απόστολοι και οι άλλοι Χριστιανοί σφράγισαν το μνημείο και αποχώρησαν.
Η ευσεβής παράδοση της Εκκλησίας μας αναφέρει πως μετά την ταφή και αφού πέρασαν τρεις ημέρες, έφτασε στην Γεθσημανή αργοπορημένος ο απόστολος Θωμάς από τις μακρινές Ινδίες, όπου έκανε ιεραποστολή. Ζήτησε επίμονα, με δάκρυα στα μάτια και λύπη πολύ, να του ανοίξουν τον τάφο για να δει και να προσκυνήσει για τελευταία φορά το τίμιο σκήνωμα της αγαπημένης Μητέρας του Δασκάλου του. Μπροστά στην επιμονή του οι άλλοι απόστολοι άνοιξαν τον τάφο και, ω του θαύματος, ο τάφος ήταν κενός, ο Κύριος μετέστησε το πάνσεπτο σώμα Της στον ουρανό, ώστε να μην γευτεί την φυσική φθορά. Η αργοπορία το Θωμά χαρακτηρίστηκε από την Εκκλησία ως οικονομία του Θεού, για να γίνει γνωστή η μετάσταση της Κυρίας Θεοτόκου! Ο κενός τάφος Της στην Γεθσημανή αποτελεί μέχρι σήμερα πηγή αγιασμού των μυριάδων πιστών που τον επισκέπτονται κάθε χρόνο και τεκμήριο της μετάστασής Της στον ουρανό.
http://www.immspartis.gr/?p=5848
Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011
ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Ιδού λοιπόν πού οι ευλαβέστατοι ιερείς, σάρκα από την σάρκα του λαού και μοιραζόμενοι τις τύχες του, κατέβηκαν στους δρόμους για να συνδιαδηλώσουν την πατριωτική τους απαρέσκεια με το τυπικά ή άτυπα ποίμνιο τους. ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΟΡΘΩΣ! Αργήσαμε να κατεβούμε και εμείς στα πεζοδρόμια, κρατώντας όχι παραταξιακά πανώ και πολύχρωμες οπαδικές σημαιούλες, αλλά μόνο το σύμβολο του γένους, διεκδικώντας δικαιοσύνη, εντιμότητα, αξιοπρέπεια ζωής, για εμάς και τα παιδιά μας. Έστω και αν δεν επιτύχει τίποτα η λαϊκή αυτή διαδήλωση, έχει επιτελέσει τον μυστικό και καίριο σκοπό της: ο Έλληνας, ο "ανθρωπάκος" του μόχθου, η "αμελητέα" μονάδα, ο "διεφθαρμένος" γραικός πού τα "έφαγε μαζί με τα αφεντικά" του, σηκώνει ανάστημα και δηλώνει παρών, αφυπνισμένος, αγανακτισμένος, αποψιλωμένος από αξιοπρέπεια(είναι ο ισπανικός όρος) και γι' αυτό τώρα επαναδιεκδικώντας την τίμια και καίρια.
Όχι δεν τα φάγαμε μαζί! Δεν γνωρίζω προσωπικά κανέναν "πληβείο" πού να του χαλάλησαν οι απάτριδες και τα λαμόγια κάποια μερίδα από την σάρκα της πατρίδας. Όχι κύριοι εταίροι Ευρωπαίοι, δεν είμαστε τα κακά παιδιά της ΕΕ. Είμαστε οι ανόητοι και άκριτοι καταναλωτές σας , πού επανοικοδόμησαν και προώθησαν την ανάπτυξη των βαρβάρων χωρών σας και ω της αναισχυντίας, επιβαρυνόμαστε από σας των πιο αισχρών τίτλων. Το πολιτισμενο ψωμί που τρώει το ξανθό αγγελούδι σου, φίλε Γερμανέ, είναι κομμάτι από το απεμπολημένο μέλλον του δικού μου μελαψού παιδιού-σίγουρα κατώτερη ράτσα, γραίκικια, αγροίκια δηλαδή για το πολιτισμένο σας απαξιούν ρύγχος.
Οι ιερείς, για να επανέλθουμε στο θέμα, έγιναν δεκτοί με ποικίλλες αντιδράσεις: και πανηγυρικού ενθουσιασμού και απαξιωτικού χλευασμού. Βλέπετε στην Ελλάδα της πολυμορφίας και των άκρων, υπάρχουν συμπολίτες πού βλέπουν ακόμα στον παπά το τιμημένο ράσο, πού όχι μόνο μοιράζεται οικειοθελώς και θυσιαστικώς τις τύχες του λαού του, αλλά και μπαίνει κατά καιρούς μπροστάρης στους εθνικοκοινωνικούς πατριωτικούς αγώνες. Από την άλλη η ομάδα της αποδοκιμασίας. Όχι δεν είναι αυτοί που ανήκουν σε ιδεολογίες απαραίτητα. Νομίζω οι "ιδεολογίες" αποψιλώθηκαν και μπήκαν στο κριτήριο. Είναι οι συμπολίτες μας, πού έχουν διαποτιστεί από τα ΜΜΕ και τους διαπλεκόμενους "φτωχούληδες ζορό", πώς οι παπάδες νέμονται την αμύθητη εκκλησιαστική περιουσία(όλοι οι παπάδες), ζούνε σε μέγαρα και με τρυφηλότητα, αρμέγουν το ποίμνιο, είναι σύνεργοι της έννομης τάξεως(βλ κυβέρνηση των καταχραστών). Στο πρόσωπο του παπά, του κάθε παπά, βλέπουν τον εκμεταλλευτή, τον τεμπέλη, τον σπεκουλάτορα, τον βολεμένο δημόσιο υπάλληλο. Δεν μπορούν να δούν το προφανές: πώς ο κλήρος ζεί σε μια μέση ή κατώτερη οικονομική κατάσταση(ελάχιστοι είναι οι ευκατάστατοι),συντηρεί συχνά πολυμελή οικογένεια, με όλες τις ανάγκες και με όλες τις προϋποθέσεις πού μεγαλώνουν τα άλλα παιδιά του κόσμου, συχνά ζεί σε ένδεια και στέρηση. Και θεσμικά; Έχει έντεχνα αποκρυβεί από τον λαό πώς η Εκκλησία ΤΡΙΣ επέστρεψε την περιουσία πού έλαβε από τον λαό στον "νόμιμο κάτοχο της " σε περιόδους κρίσης και παράλληλα τρέφει και συντηρεί χιλιάδες αναξιοπαθείς αδιάκριτα και με πολύ αγώνα, όχι τον χρόνο αλλά την ημέρα. Εύχομαι οι απαξιωτές να δούν την αλήθεια.
Πιστεύω πώς όλοι αυτοί, μαζί και οι ιερείς κατέβηκαν για το στερούμενο μεροκάματο, όχι για αυτήν την ίδια την πατρίδα. Όμως αυτός ο λόγος είναι αρκετά πνευματικός και πατριωτικός: το ψωμί είναι η ιερότερη υπόθεση. Και σίγουρα εθνική.
Αναδημοσίευση απο:http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/
IEΡΩΣΥΝΗ
Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης;
῾Η ἵδρυση τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης ἀπό τόν Κύριο ἀπέβλεπε νά καλύψει μιά βαθιά ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπόστασης τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ως γνωρίζουμε, ἡ᾿Εκκλησία δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός ἀλλά καί ἀνθρώπινος, δηλαδή θεανθρώπινος. Τή θεία της πλευρά ἀπαρτίζει ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος ἱδρυτής της, καί τό Πνεῦμα τό῞Αγιο πού ἀποτελεῖ τή ζωογόνο πνοή καί τήν ἁγιαστική της ἀρχή. ᾿Από τή θεία της πλευρά ἐξεταζόμενη ἡ᾿Εκκλησία ἀποτελεῖ καθίδρυμα πνευματικό καίἀόρατο, προσιτό στόν ἄνθρωπο μόνο διά τῆς πίστεως, ἐνῶ ἀπό τήν ἀνθρώπινή της πλευρά παρουσιάζεται ὡς καθίδρυμα ἱστορικό καί καταστηματικό, τοῦὁποίου μέλη εἶναι ἄνθρωποι συγκεκριμένοι καίἱστορικοί. Στήν τελευταία της διάσταση, ὡς ἐξωτερικῆς κοινωνίας ἀνθρώπων, ἔχει ἀνάγκη, ὅπως καί κάθε ἄλλη ἱεραρχημένη κοινωνία ἀνθρώπων, μιᾶς εἰδικῆς τάξεως μελῶν της, τοῦἱερατείου, τό ὁποῖο μέ τή δύναμη καί τήν ἐξουσία πού ἔχει ἀπό τόν ἱδρυτή της νά κηρύσσει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τελεῖ τά ἱερά μυστήρια, νά ποιμαίνει πνευματικά τά μέλη της καί νά διοικεῖ τό σῶμα της. ῞Ολα αὐτά ἐπιτυγχάνονται διά τοῦ Ιεροῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἡ θεοσύσταση ἐκείνη τελετή κατά τήν ὁποία δι’ ὁρισμένης εὐχῆς καί τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦἐπισκόπου στίς κεφαλές τῶν προχειριζομένων κατέρχεται ἡ χάρη τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, ἡὁποία ἀναδεικνύει τόν ὑποψήφιο σέἕνα ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς, τό διάκονο, τόν πρεσβύτερο καί τόν ἐπίσκοπο. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου, ἄν καίἑνιαία, ὅμως κατά διαφορετικό τρόπο καθιερώνει τούς ὑποψήφιους στόν ἀντίστοιχο ἱερατικό τους βαθμό. ῎Αλλη εἶναι ἡ χάρη τοῦ διακόνου, ἄλλη τοῦ πρεσβυτέρου καί ἄλλη τοῦ ἐπισκόπου.
Μαρτυροῦνται στήν ῾Αγία Γραφή οἱ τρεῖς ἱερατικοί βαθμοί;
Τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης τελούμενο δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν (ἐξ οὗ καί χειροτονία) μαρτυρεῖται ἐπαρκῶς στήν ῾Αγία Γραφή. ῎Ετσι ὅσοι καθίσταντο σ’ ἕναν ἀπό τούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς τό πετύχαιναν διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ᾿Αποστόλων καί κατόπιν προσευχῆς. Γιά τόν ἱερατικό βαθμό τῶν διακόνων λέγεται, ὅτι οἱ᾿Απόστολοι «προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τάς χεῖρας». Πρεσβυτέρους δέ διώριζαν διά χειροτονίας στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες ὁ Παῦλος καίὁ Βαρνάβας. ῾Ομοίως καί οἱ᾿Απόστολοι κατέλιπον διά χειροθεσίας διαδόχους αὐτῶν στό ἐπισκοπικό ἀξίωμα, ὅπως ὁ Παῦλος τόν Τιμόθεο στήν ῎Εφεσο καί τόν Τίτο στήν Κρήτη. Τέλος καί οἱἑπτά ἄγγελοι τῶν ᾿Εκκλησιῶν οἱ μνημονευόμενοι στήν ᾿Αποκάλυψη, εἶναι καί αὐτοί ἐπίσκοποι διαφέροντες τῶν ᾿Αποστόλων μόνο κατά τόὄνομα καί ὄχι κατά τό ἀξίωμα. Βεβαίως σ’ ὅλες τίς περιπτώσεις αὐτές δέν λέγεται ὅτι ἡ χειροθεσία, πού ἀποτελεῖ τό ὁρατό μέρος τοῦ μυστηρίου, διατάχθηκε ἀπό τόν Κύριο. ᾿Εντούτοις δυνάμεθα νά συναγάγουμε, ὅτι ἕνα τέτοιο ἔργο πού εἶναι τόσο σημαντικό γιά τή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας δέν μποροῦσε νά γίνει ἁπλά καί αὐθαίρετα ἀπό τούς ᾿Αποστόλους, ἄν δέν εἶχαν λάβει εἰδική ἐξουσιοδότηση ἀπό τόν Κύριο. Αὐτό ἐξυπακούεται καί ἀπό ὅσα ἡ Γραφή λέγει γιά τό ἔργο τῶν πρεσβυτέρων στήν ῎Εφεσο, ὅτι τό «῞Αγιον Πνεῦμα ἔθετο αὐτούς ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ».
῾Η χάρη πού χορηγεῖται διά τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ πνευματική ἐξουσία πρός ἐπιτέλεση τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων, μαζί μέ εἰδική ἀντίληψη ἀπό τό Θεό γιά θεάρεστη ἐπιτέλεση τῶν ἱερῶν λειτουργιῶν καί γιά βίο θεοφιλή καί ἐνάρετο. ῞Οπως εἴπαμε πιό πάνω, ἡ ἱερατική χάρη χορηγεῖται διαφόρως στούς τρεῖς ἱερατικούς βαθμούς.
Τί εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή;
Εἶναι ἡ ἐξωτερική πιστοποίηση τῆς αὐθεντικότητας τοῦ ἱερατείου τῆς ᾿Εκκλησίας, ὅτι δηλαδή αὐτό ἔχει τήν ἀρχή του στούς ᾿Αποστόλους (ἐξ οὗ καίἀποστολική), τούς πρώτους χειροτονήσαντες. ῾Η διαδοχή δέ αὐτή ἀναφέρεται στόν ἱερό βαθμό τοῦ ἐπισκόπου, ἀπό τόν ὁποῖο πηγάζει ἡ ἀρχή καί τοῦ ὑπόλοιπου ἱερατείου. ῾Η ἀναγωγή τοῦ ἐπισκοπικοῦ βαθμοῦ στούς ᾿Αποστόλους γίνεται διά τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας. Οἱ᾿Απόστολοι κατά διάταξη τοῦ Κυρίου, χειροτόνησαν στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες τούς διαδόχους των ἐπισκόπους, αὐτοί δέ μέ τή σειρά τους χειροτόνησαν τούς δικούς τους διαδόχους καί αὐτοίἄλλους κ.ο.κ., ὥστε καμία περίοδος τῆς ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς διεσπαρμένης στά πέρατα τοῦ κόσμου νά μένει ἄμοιρη ἐπισκόπων, τοῦ συνεκτικοῦ αὐτοῦ κέντρου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. ῾Η ἁλυσίδα αὐτή τῶν χειροτονιῶν εἶναι ἀδιάσπαστη, ἀνελισσόμενη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους μέχρι σήμερα. ῾Η συνέχεια αὐτή διαπιστώνεται ἱστορικά στούς ἐπισκοπικούς καταλόγους πού φυλάσσονται στίς κατά τόπους ᾿Εκκλησίες. ῾Η ἀποστολική διαδοχή εἶναι ἀπόδειξη τῆς αὐθεντικότητας ὄχι μόνο τῆς ἀρχιερωσύνης ἀλλά καί γενικότερα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡὁποία δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς τούς ἐπισκόπους της. Σ’ αὐτό ὀφείλεται ἡ σπουδή τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, νά ἀποδείξουν ὅτι ἡ σχέση τοῦ ἱερατείου τους πρός τούς ᾿Αποστόλους εἶναι συνεχής καί ἀδιάκοπη.
᾿Επιτρέπεται ἡ κατά βούληση μετάβαση τῶν κληρικῶν στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν;
Κατ’ οὐδένα τρόπο. ᾿Αποτελεῖ βαρύτατο παράπτωμα, τό ὁποῖο τιμωρεῖται αὐστηρά ἀπό τούς ἱερούς κανόνες τῆς ᾿Εκκλησίας. Δέν μποροῦν δηλαδή οἱ κληρικοί, κυρίως οἱ ἄγαμοι, γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους, εἴτε γιατί δέν ἀντέχουν τό πύρωμα τῆς ἀγαμίας εἴτε ἀπό ἀνθρωπαρέσκεια ἤ ἐπιδίωξη ἄλλων κοσμικῶν σκοπῶν, νά καταπατοῦν τόν ὅρκο τους καί, ἀποβάλλοντας τό ἱερατικό σχῆμα τους, νά συνάπτουν γάμο ἤ νά ζοῦν σάν ἀνίεροι στήν κοινωνία. Θά μοῦ πεῖτε, βέβαια, στίς περιπτώσεις πού δέν μπορεῖ ἕνας ἄγαμος κληρικός νά ὑποφέρει τό πύρωμα τῆς σάρκας του, δέν θά ἦταν προτιμότερο ν’ ἀποβάλει τό σχῆμα του καί νά λάβει νόμιμη σύζυγο, παρά νά μένει ἱερωμένος καί νά ἱκανοποιεῖ ἀναίσχυντα τίς ὅποιες αἰσθήσεις καί ὀρέξεις του, ἐμπαίζοντας Θεό καίἀνθρώπους; Τό θέμα φυσικά εἶναι ἐπιδεκτικό συζητήσεως.
᾿Επειδή ἡ χάρη ἡ μεταδιδόμενη στό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἀνεξάλειπτη, διά τοῦτο παράλληλα μέ τήν κατά βούληση μετάβαση στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν, ἀπαγορεύεται αὐστηρά καί ἡ ἀναχειροτόνησή τους.
Τί φρονοῦν περίἱερωσύνης οἱ Διαμαρτυρόμενοι;
῎Αν ἐξαιρέσουμε τούς ᾿Αγγλικανούς οἱ ὁποῖοι δέχονται τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, οἱ ὑπόλοιποι Προτεστάντες ἀρνοῦνται τό μυστηριακό χαρακτήρα της. Αὐτοί, ἀποκόψαντες κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ᾿Εκκλησίας τήν ὁποία ἀντιλαμβάνονται ὡς κοινωνία πνευματική καί ἀόρατη, συναρνούμενοι δέ καί τήν εὐχαριστία ὡς ἱλαστική θυσία (ὥστε νάὑπάρχει ἀνάγκη ἱερέων), τούς δέ πιστούς ὅλους δεχόμενοι ὡς «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α´ Πέτρ. 2,5), ἦταν φυσικό νά ἀπορρίψουν τήν ἱερωσύνη ὡς μυστήριο, τῆς θείας χάριτος παρεκτικό. ῾Η ἱερωσύνη δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐν κυριολεξίᾳ μυστήριο, ἀλλά διάταξη ὠφέλιμη τοῦ Θεοῦ, ἀποσκοπούσα στό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν τέλεση τῶν μυστηρίων (βαπτίσματος καί θείας εὐχαριστίας). ῾Η ἀνάδειξη γίνεται διά χειροθεσίας καί δι’ εὐχῆς σέ πρόσωπα κατάλληλα νά ἀναλάβουν τήν ἐκκλησιαστική αὐτή διακονία. Στή χειροθεσία ἐπιμένουν κυρίως οἱ Λουθηρανοί, οἱὁποῖοι δέν θέλουν νά διακόψουν κάθε ἐξωτερικό δεσμό μετά τῆς ὁρατῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι οἱ διατάξεις αὐτές δέν χορηγοῦν τή θεία χάρη, ὅπως ἕνα ἀληθινό μυστήριο, ἀλλ’ ἔχουν μόνο ἠθική ἐπίδραση, ὅπως καί οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικές εὐχές. ᾿Επίσης εἶναι εὐνόητο γιατί σ’ αὐτούς ἡ ἐπάνοδος τοῦ κλήρου στίς τάξεις τῶν λαϊκῶν εἶναι κάτι εὔκολο καί ἀδιάφορο.
Πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr
Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010
Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος και Ιερωσύνη
Tους κληρικούς, που κατοικούν στη γη και διαμένουν σ' αυτήν, ο Θεός τους εμπιστεύθηκε να διευθύνουν τα πράγματα του ουρανού. Kαι έλαβαν εξουσία, που ούτε σε αγγέλους, ούτε σε αρχαγγέλους έδωκε ο Θεός... Έχουν κι εδώ οι άρχοντες του κόσμου την εξουσία να δεσμεύουν, αλλά μόνο τα σώματα. Aυτή, όμως η δέσμευση, που κάνουν οι κληρικοί, αγγίζει την ίδια την ψυχή και φθάνει στα ουράνια. Kι όσα κάνουν οι ιερείς κάτω στη γη, αυτά επικυρώνει ο Θεός πάνω στον ουρανό. Kαι βεβαιώνει ο Kύριος την απόφαση των δούλων
Πιο μεγάλη δύναμη έδωσε ο Θεός στους ιερείς, παρά στους φυσικούς μας γονείς. Kαι τόση είναι η διαφορά ανάμεσά τους, όση είναι ανάμεσα στην παρούσα και τη μέλλουσα ζωή. Oι μεν φυσικοί γονείς φέρνουν παιδιά γι'αυτήν, την παρούσα ζωή οι δε ιερείς κάνουν πνευματικά παιδιά, άξια για τη μέλλουσα ζωή.
H καταστρεπτική φλόγα του φθόνου περιστοιχίζει τους ιερομένους, υψώνεται από παντού, έρχεται ακριβώς επάνω τους και εξετάζει εξονυχιστικά το βίο τους, περισσότερο από τη φωτιά που τριγύριζε τότε τα σώματα των τριών παίδων. Όταν λοιπόν βρει, έστω και μικρό καλάμι, θα προσκολληθεί αμέσως επάνω του και το σάπιο μέρος του θα το κατακάψει, το δε υπόλοιπο οικοδόμημα, έστω κι αν τύχει να είναι λαμπρότερο κι από του ήλιου τις ακτίνες, θα το καψαλίσει απ'; έξω με κείνον τον καπνό και το μουτζούρωσε ολόκληρο. Έως ότου μεν η ζωή του ιερέως είναι καθ'; όλα πολύ ενάρετη, μένει απρόσβλητη από τις επιβουλές των κακών. Eάν δε τύχει να παραβλέψει κάτι μικρό, όπως εύλογο είναι, αφού άνθρωπος είναι κι αυτός και περνά το φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής αυτής, όσο μεγάλα και καλά κι αν είναι τ' άλλα του έργα, κανένα όφελος δε θα 'χει απ' αυτά, ώστε να μπορέσει να σωθεί από τα στόματα των κατηγόρων του, αλλά θα τα σκιάσει το μικρό αυτό αμάρτημά του. Kαι όχι σα να έχει σάρκα και σα να είναι απλός άνθρωπος κι ο ιερεύς, αλλά σα να ήταν άγγελος, χωρίς καμιά ανθρώπινη αδυναμία, θέλουν όλοι να τον καταδικάσουν.
Όταν παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα ο ιερεύς και κάνει την τόσο φρικτή θυσία και αδιάκοπα αγγίζει τον Kύριο των όλων, ποια θέση τού δίνουμε, πες μου, και πόση ψυχική αγνότητα θα απαιτήσουμε απ' αυτόν και πόση ευλάβεια; Kατάλαβε λοιπόν πως πρέπει να είναι αυτά τα χέρια, που εκτελούν τέτοιες υπηρεσίες, ποια πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα, που τέτοια άγια λόγια βγάζει από το στόμα, αυτή δε η ψυχή που υποδέχτηκε τόση Xάρη του Aγίου Πνεύματος, πόσο πιο καθαρή και πιο άγια από το κάθε τι πρέπει να είναι. Eκείνες τις στιγμές και άγγελοι έχουν σταθεί κοντά στον ιερέα και όλο το τάγμα των ουρανίων δυνάμεων φωνάζει και όλος ο χώρος, γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει, για τιμή του Θείου Aμνού, που θυσιάζεται για χάρη μας.
Mεγάλη είναι η αξία των ιερέων, γιατί συ φροντίζεις για τα δικά σου, κι αν τα τακτοποιήσεις καλά, κανείς δεν θα σε κατηγορήσει για τα ξένα. Όμως, ο ιερεύς, αν τη μεν δική του ζωή καλά κυβερνήσει, για τη δική σου όμως, δηλαδή για όλους τους γύρω του, δε φροντίσει με προσοχή, πηγαίνει στην κόλαση με όλους τους κακούς. Kαι πολλές φορές, ενώ δεν προδόθηκε από τη δική του ζωή, χάνεται, αν δεν κάνει τέλεια όλα τα καθήκοντά του. Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος, πρέπει να προσφέρετε σ' αυτούς πολλή συμπάθεια. Aυτό εννοεί κι ο Παύλος, λέγοντας πως «αγρυπνούν για τις ψυχές μας. Kι όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά και, ως υπεύθυνοι, θα δώσουν λόγο στο Θεό» (Eβρ. 13, 17).
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά όλα, και το Θεό να φοβούμαστε, και τους ιερείς Tου να σεβόμαστε, προσφέροντας σ'; αυτούς, ανάλογα με την αξία τους κάθε τιμή.
H ψυχή του ιερέως καθόλου δε διαφέρει από πλοίο, που το δέρνει η τρικυμία. Aπό παντού στιγματίζεται και κατακρίνεται βαριά, από φίλους, από δικούς του, από εχθρούς, από ξένους.
Tίποτε άλλο δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο οι ανάξιοι ιερείς.
O Πατήρ, ο Yιός και το Άγιο Πνεύμα τα ενεργούν όλα, ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και δίνει το χέρι του, για την τέλεση των Mυστηρίων.
Tο χέρι του Eπισκόπου είναι τοποθετημένο πάνω στον άνθρωπο, όλα όμως τα κάνει ο Θεός και το χέρι του Θεού είναι που ακουμπά στο κεφάλι του χειροτονουμένου, αν χειροτονείται όπως πρέπει.
Kαι διαμέσου αναξίων συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός και διόλου δεν βλάπτεται η Xάρη των Mυστηρίων από τη ζωή του ιερέως. [...]
Aυτή η εξουσία, η ιεροσύνη, είναι τόσο ανώτερη από την πολιτική, για σύγκριση, όσο ο ουρανός από τη γη κι ακόμη πολύ περισσότερο.
Όλους τους κληρικούς δεν τους χειροτονεί ο Θεός, διαμέσου όλων, όμως, Aυτός ενεργεί.
Άλλη είναι η εξουσία της βασιλείας κι άλλη η εξουσία της ιεροσύνης, αλλ' αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη. Γιατί δε φανερώνεται ο βασιλιάς απ'; όσα φαίνονται, ούτε πρέπει να κρίνεται από τα πολύτιμα πετράδια που φέρνει πάνω του κι από τα χρυσαφικά που φορεί. Aυτός έτυχε να διοικεί τα πράγματα της γης, της ιεροσύνης όμως το αξίωμα έχει οριστεί από τον ουρανό. Στο βασιλιά έχουν εμπιστευθεί τα επίγεια πράγματα, στους ιερείς τα ουράνια. Mη λοιπόν κατηγορήσεις την ιεροσύνη, όταν δεις ιερέα ανάξιο. Δεν πρέπει να κατηγορήσεις το θεσμό, αλλ' αυτόν που έχει κάνει κακή χρήση του καλού. Eπειδή και ο Iούδας προδότης έγινε, αλλά δεν είναι αυτό κατηγορία της αποστολής του, αλλά της κακής διαθέσεώς του. [...]
Tης ιεροσύνης ο θρόνος έχει στηθεί στα ουράνια και αυτά της έχουν επιτρέψει να διαχειρίζεται. Ποιος τα λέει αυτά; O ίδιος ο ουράνιος Bασιλιάς. Γιατί λέει «όσα δε θα συγχωρέσετε κάτω στη γη, δεν θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς και όσα συγχωρέσετε στη γη θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς» (Iωάν. 20, 22-23). Ποιο θα γίνει άρα ίσο μ' αυτήν την τιμή; Eπειδή ο κριτής κάθεται στη γη, ο Δεσπότης ακολουθεί το δούλο και, όσα αυτός κάτω αποφασίσει, τα επικυρώνει Eκείνος επάνω. Aνάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη φύση έχει σταθεί ο ιερεύς, κατεβάζοντας σε μας τις ευλογίες κι ανεβάζοντας εκεί πάνω τις θερμές μας παρακλήσεις. Όταν Eκείνος οργίζεται, Tον συμφιλιώνει με την κοινή ανθρώπινη φύση και μας αρπάζει από τα χέρια Tου, όταν παραβαίνουμε τις εντολές Tου. Γι' αυτό, και το βασιλικό κεφάλι ακόμη, κάτω από τα χέρια του ιερέα βάζει ο Θεός, διδάσκοντάς μας ότι ο ιερέας είναι μεγαλύτερος άρχοντας από το βασιλιά.
--------------------
* Aπό το βιβλίο: «Aι Aλήθειαι της πίστεως κατά τον Άγιον Xρυσόστομον», Nικολάου Γ. Nευράκη, Aθήνα 1972 (σελ. 167-171)
Πιο μεγάλη δύναμη έδωσε ο Θεός στους ιερείς, παρά στους φυσικούς μας γονείς. Kαι τόση είναι η διαφορά ανάμεσά τους, όση είναι ανάμεσα στην παρούσα και τη μέλλουσα ζωή. Oι μεν φυσικοί γονείς φέρνουν παιδιά γι'αυτήν, την παρούσα ζωή οι δε ιερείς κάνουν πνευματικά παιδιά, άξια για τη μέλλουσα ζωή.
H καταστρεπτική φλόγα του φθόνου περιστοιχίζει τους ιερομένους, υψώνεται από παντού, έρχεται ακριβώς επάνω τους και εξετάζει εξονυχιστικά το βίο τους, περισσότερο από τη φωτιά που τριγύριζε τότε τα σώματα των τριών παίδων. Όταν λοιπόν βρει, έστω και μικρό καλάμι, θα προσκολληθεί αμέσως επάνω του και το σάπιο μέρος του θα το κατακάψει, το δε υπόλοιπο οικοδόμημα, έστω κι αν τύχει να είναι λαμπρότερο κι από του ήλιου τις ακτίνες, θα το καψαλίσει απ'; έξω με κείνον τον καπνό και το μουτζούρωσε ολόκληρο. Έως ότου μεν η ζωή του ιερέως είναι καθ'; όλα πολύ ενάρετη, μένει απρόσβλητη από τις επιβουλές των κακών. Eάν δε τύχει να παραβλέψει κάτι μικρό, όπως εύλογο είναι, αφού άνθρωπος είναι κι αυτός και περνά το φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής αυτής, όσο μεγάλα και καλά κι αν είναι τ' άλλα του έργα, κανένα όφελος δε θα 'χει απ' αυτά, ώστε να μπορέσει να σωθεί από τα στόματα των κατηγόρων του, αλλά θα τα σκιάσει το μικρό αυτό αμάρτημά του. Kαι όχι σα να έχει σάρκα και σα να είναι απλός άνθρωπος κι ο ιερεύς, αλλά σα να ήταν άγγελος, χωρίς καμιά ανθρώπινη αδυναμία, θέλουν όλοι να τον καταδικάσουν.
Όταν παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα ο ιερεύς και κάνει την τόσο φρικτή θυσία και αδιάκοπα αγγίζει τον Kύριο των όλων, ποια θέση τού δίνουμε, πες μου, και πόση ψυχική αγνότητα θα απαιτήσουμε απ' αυτόν και πόση ευλάβεια; Kατάλαβε λοιπόν πως πρέπει να είναι αυτά τα χέρια, που εκτελούν τέτοιες υπηρεσίες, ποια πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα, που τέτοια άγια λόγια βγάζει από το στόμα, αυτή δε η ψυχή που υποδέχτηκε τόση Xάρη του Aγίου Πνεύματος, πόσο πιο καθαρή και πιο άγια από το κάθε τι πρέπει να είναι. Eκείνες τις στιγμές και άγγελοι έχουν σταθεί κοντά στον ιερέα και όλο το τάγμα των ουρανίων δυνάμεων φωνάζει και όλος ο χώρος, γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει, για τιμή του Θείου Aμνού, που θυσιάζεται για χάρη μας.
Mεγάλη είναι η αξία των ιερέων, γιατί συ φροντίζεις για τα δικά σου, κι αν τα τακτοποιήσεις καλά, κανείς δεν θα σε κατηγορήσει για τα ξένα. Όμως, ο ιερεύς, αν τη μεν δική του ζωή καλά κυβερνήσει, για τη δική σου όμως, δηλαδή για όλους τους γύρω του, δε φροντίσει με προσοχή, πηγαίνει στην κόλαση με όλους τους κακούς. Kαι πολλές φορές, ενώ δεν προδόθηκε από τη δική του ζωή, χάνεται, αν δεν κάνει τέλεια όλα τα καθήκοντά του. Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος, πρέπει να προσφέρετε σ' αυτούς πολλή συμπάθεια. Aυτό εννοεί κι ο Παύλος, λέγοντας πως «αγρυπνούν για τις ψυχές μας. Kι όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά και, ως υπεύθυνοι, θα δώσουν λόγο στο Θεό» (Eβρ. 13, 17).
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά όλα, και το Θεό να φοβούμαστε, και τους ιερείς Tου να σεβόμαστε, προσφέροντας σ'; αυτούς, ανάλογα με την αξία τους κάθε τιμή.
H ψυχή του ιερέως καθόλου δε διαφέρει από πλοίο, που το δέρνει η τρικυμία. Aπό παντού στιγματίζεται και κατακρίνεται βαριά, από φίλους, από δικούς του, από εχθρούς, από ξένους.
Tίποτε άλλο δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο οι ανάξιοι ιερείς.
O Πατήρ, ο Yιός και το Άγιο Πνεύμα τα ενεργούν όλα, ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και δίνει το χέρι του, για την τέλεση των Mυστηρίων.
Tο χέρι του Eπισκόπου είναι τοποθετημένο πάνω στον άνθρωπο, όλα όμως τα κάνει ο Θεός και το χέρι του Θεού είναι που ακουμπά στο κεφάλι του χειροτονουμένου, αν χειροτονείται όπως πρέπει.
Kαι διαμέσου αναξίων συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός και διόλου δεν βλάπτεται η Xάρη των Mυστηρίων από τη ζωή του ιερέως. [...]
Aυτή η εξουσία, η ιεροσύνη, είναι τόσο ανώτερη από την πολιτική, για σύγκριση, όσο ο ουρανός από τη γη κι ακόμη πολύ περισσότερο.
Όλους τους κληρικούς δεν τους χειροτονεί ο Θεός, διαμέσου όλων, όμως, Aυτός ενεργεί.
Άλλη είναι η εξουσία της βασιλείας κι άλλη η εξουσία της ιεροσύνης, αλλ' αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη. Γιατί δε φανερώνεται ο βασιλιάς απ'; όσα φαίνονται, ούτε πρέπει να κρίνεται από τα πολύτιμα πετράδια που φέρνει πάνω του κι από τα χρυσαφικά που φορεί. Aυτός έτυχε να διοικεί τα πράγματα της γης, της ιεροσύνης όμως το αξίωμα έχει οριστεί από τον ουρανό. Στο βασιλιά έχουν εμπιστευθεί τα επίγεια πράγματα, στους ιερείς τα ουράνια. Mη λοιπόν κατηγορήσεις την ιεροσύνη, όταν δεις ιερέα ανάξιο. Δεν πρέπει να κατηγορήσεις το θεσμό, αλλ' αυτόν που έχει κάνει κακή χρήση του καλού. Eπειδή και ο Iούδας προδότης έγινε, αλλά δεν είναι αυτό κατηγορία της αποστολής του, αλλά της κακής διαθέσεώς του. [...]
Tης ιεροσύνης ο θρόνος έχει στηθεί στα ουράνια και αυτά της έχουν επιτρέψει να διαχειρίζεται. Ποιος τα λέει αυτά; O ίδιος ο ουράνιος Bασιλιάς. Γιατί λέει «όσα δε θα συγχωρέσετε κάτω στη γη, δεν θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς και όσα συγχωρέσετε στη γη θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς» (Iωάν. 20, 22-23). Ποιο θα γίνει άρα ίσο μ' αυτήν την τιμή; Eπειδή ο κριτής κάθεται στη γη, ο Δεσπότης ακολουθεί το δούλο και, όσα αυτός κάτω αποφασίσει, τα επικυρώνει Eκείνος επάνω. Aνάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη φύση έχει σταθεί ο ιερεύς, κατεβάζοντας σε μας τις ευλογίες κι ανεβάζοντας εκεί πάνω τις θερμές μας παρακλήσεις. Όταν Eκείνος οργίζεται, Tον συμφιλιώνει με την κοινή ανθρώπινη φύση και μας αρπάζει από τα χέρια Tου, όταν παραβαίνουμε τις εντολές Tου. Γι' αυτό, και το βασιλικό κεφάλι ακόμη, κάτω από τα χέρια του ιερέα βάζει ο Θεός, διδάσκοντάς μας ότι ο ιερέας είναι μεγαλύτερος άρχοντας από το βασιλιά.
--------------------
* Aπό το βιβλίο: «Aι Aλήθειαι της πίστεως κατά τον Άγιον Xρυσόστομον», Nικολάου Γ. Nευράκη, Aθήνα 1972 (σελ. 167-171)
Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010
O Πνευματικός και η ελευθερία του εξομολογημένου
- Γέροντα, είναι δυνατόν κανείς συνειδητά νά κρύβει μιά πτώση του άπό τόν πνευματικό του;
- Ναί, άλλά, καί άν ξέρει ό πνευματικός τήν πτώση του ή κάτι καταλαβαίνει, δέν συμφέρει, ούτε θά τόν ώφελήσει, νά του τό πεί. Πολλές φορές βλέπω στόν αγώνα του άλλου κάτι, καταλαβαίνω ή ξέρω τί έχει κάνει, όμως άπό σεβασμό δέν του λέω τίποτε, άν δέν μού τό πεί ό ίδιος. Τό θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, νά του τό πώ, τήν στιγμή πού εκείνος δέν θέλει μόνος του νά τό φανέρωσει. Είναι λεπτό τό θέμα, γιατί θά τόν ρεζιλέψης. Πώς νά βιάσεις τόν άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Έκτος άν δώ ότι κινδυνεύει καί δέν πρόκειται νά βοηθηθή άπό άλλου ή ότι έχει άγνοια καί θά σπάσει τά μούτρα του, θά καταστραφεί.Τοτε θά κοιτάξω μέ τρόπο νά του πώ κάτι. Είναι καλύτερα νά δίνεις στόν άλλον νά καταλαβαίνει που φταίει, εφόσον τό ζητήσει, καί νά χτυπά μόνος τον τόν παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέσει μόνο του καί χτυπήσει.Κλαίει λιγώτερο άπ’ ό,τι κλαίει, αν πέσει, γιατί τό έσπρωξε ένα άλλο παιδί. Γιά νά πεί κανείς στόν άλλον νά κάνη κάτι, πρέπει αυτός πού θά τό άκούσει νά είναι ταπεινός καί αυτός πού θά τό πεί νά είναι δέκα φορές πιο ταπεινός καί νά προσπαθεί νά τό έφαρμόζει αυτό πού θά πεί. θά κάνω ενάμισι έγώ, γιά νά πώ στόν άλλον νά κάνη ένα. καί πάλι θά σκεφθώ άν τό πώ. Βέβαια, ό έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ό πνευματικός θά δεί τί δικαιώματα του έδωσε ό άλλος καί τί ευθύνη έχει γι’ αύτον καί ανάλογα θά φερθεί. Όταν έχη αναλάβει τήν ευθύνη τής ψυχής, τότε επιβάλλεται ό έλεγχος, φυσικά μέ διάκριση. Δέν βοηθάει όμως νά κάνεις στόν άλλον τόν δάσκαλο καί νά τόν έλέγχεις γιά τις συνήθειες του, άν εκείνος δέν σου δώσει τό δικαίωμα. Είναι σαν νά μπεί κάποιος στο κελλί μου και νά μου άλλάξει τά πράγματα, νά μου βάλει τό κανδήλι εδώ, τό κρεββάτι εκεί, νά κρέμασει τό κομποσχοίνι άλλου, χωρίς νά μέ ρωτήσει.
αναδημοσίευση απο http://gerontes.wordpress.com/
- Ναί, άλλά, καί άν ξέρει ό πνευματικός τήν πτώση του ή κάτι καταλαβαίνει, δέν συμφέρει, ούτε θά τόν ώφελήσει, νά του τό πεί. Πολλές φορές βλέπω στόν αγώνα του άλλου κάτι, καταλαβαίνω ή ξέρω τί έχει κάνει, όμως άπό σεβασμό δέν του λέω τίποτε, άν δέν μού τό πεί ό ίδιος. Τό θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, νά του τό πώ, τήν στιγμή πού εκείνος δέν θέλει μόνος του νά τό φανέρωσει. Είναι λεπτό τό θέμα, γιατί θά τόν ρεζιλέψης. Πώς νά βιάσεις τόν άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Έκτος άν δώ ότι κινδυνεύει καί δέν πρόκειται νά βοηθηθή άπό άλλου ή ότι έχει άγνοια καί θά σπάσει τά μούτρα του, θά καταστραφεί.Τοτε θά κοιτάξω μέ τρόπο νά του πώ κάτι. Είναι καλύτερα νά δίνεις στόν άλλον νά καταλαβαίνει που φταίει, εφόσον τό ζητήσει, καί νά χτυπά μόνος τον τόν παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέσει μόνο του καί χτυπήσει.Κλαίει λιγώτερο άπ’ ό,τι κλαίει, αν πέσει, γιατί τό έσπρωξε ένα άλλο παιδί. Γιά νά πεί κανείς στόν άλλον νά κάνη κάτι, πρέπει αυτός πού θά τό άκούσει νά είναι ταπεινός καί αυτός πού θά τό πεί νά είναι δέκα φορές πιο ταπεινός καί νά προσπαθεί νά τό έφαρμόζει αυτό πού θά πεί. θά κάνω ενάμισι έγώ, γιά νά πώ στόν άλλον νά κάνη ένα. καί πάλι θά σκεφθώ άν τό πώ. Βέβαια, ό έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ό πνευματικός θά δεί τί δικαιώματα του έδωσε ό άλλος καί τί ευθύνη έχει γι’ αύτον καί ανάλογα θά φερθεί. Όταν έχη αναλάβει τήν ευθύνη τής ψυχής, τότε επιβάλλεται ό έλεγχος, φυσικά μέ διάκριση. Δέν βοηθάει όμως νά κάνεις στόν άλλον τόν δάσκαλο καί νά τόν έλέγχεις γιά τις συνήθειες του, άν εκείνος δέν σου δώσει τό δικαίωμα. Είναι σαν νά μπεί κάποιος στο κελλί μου και νά μου άλλάξει τά πράγματα, νά μου βάλει τό κανδήλι εδώ, τό κρεββάτι εκεί, νά κρέμασει τό κομποσχοίνι άλλου, χωρίς νά μέ ρωτήσει.
αναδημοσίευση απο http://gerontes.wordpress.com/
Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010
Η ΕΘΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Με την κατάρρευση του μετώπου, επακολούθησε η ξενική κατοχή και η αντίσταση συνάμα του περήφανου λαού μας. Τότε ακούστηκε και το άλλο όχι, το οποίο διεκήρυξε επισήμως ο Κομοτηναίος αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης (1938-1941), ο από Τραπεζούντος, ο οποίος ευθαρσώς αρνήθηκε να συμμετάσχει στην συμβολική παράδοση της πόλεως των Αθηνών και εδήλωσε με παρρησία ότι: «Ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν παραδίδει την πρωτεύουσα της πατρίδας του εις ουδένα ξένον. Ο αρχηγός της Εκκλησίας ένα καθήκον έχει: να φροντίσει διά την απελευθέρωσιν αυτής».
Όταν επίσης εζητήθη από τον ίδιο να ορκίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και πάλι αρνήθηκε, λέγοντας ότι: «Ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν δύναται να ορκίσει κυβέρνηση σχηματιζόμενη υπό την διοίκηση του εχθρού της πατρίδος».
Αλλά και στον Γερμανό στρατάρχη των κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα Φον Στούμε, τον οποίο εδέχθη ως επισκέπτη στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, «ορθός, ατάραχος και γαλήνιος με ψυχρό και ανέκφραστο ύφος», έδειξε την έντονη δυσφορία του για την υπό των ναζιστικών στρατευμάτων κατάληψη της Ελλάδος. Όταν ο στρατάρχης του είπε: «Ο γερμανικός στρατός δεν έφθασε με εχθρικές διαθέσεις», ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του απήντησε άφοβα και αυστηρά: «Κύριε στρατάρχα, πρωτίστως ο στρατός σας εισέβαλε σε έναν τόπον του οποίου ο λαός αγωνίσθηκε με πραγματική πίστη για την ελευθερία του… και εξακολουθεί πάντοτε να πιστεύει στα ιδανικά του. Η Ελλαδική Εκκλησία ευρέθη πάντοτε στο πλευρό του ελληνικού λαού στους αγώνες του… και να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα λείψει να πράξει το καθήκον της και κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση».
Από δε τον Ιούλιο του 1941 νέος αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο από Κορίνθου Δαμασκηνός Παπανδρέου (1941-1949). Ο Χρύσανθος έκτοτε ιδιώτευε, αλλά και εφησυχάζων ενίσχυε κάθε πατριωτική δράση. Ο γνωστός ως «ασύρματος του Δεσπότη» στην κατοχή εκρύπτετο και λειτουργούσε στην κατοικία του, επί της οδού Σουμελά στην Κυψέλη.
Ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέπειτα αντιβασιλεύς της Ελλάδος Δαμασκηνός Παπανδρέου (1891-1949) κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και σε διάφορες περιπτώσεις εκφώνησε λόγους και έδωσε τις πρέπουσες απαντήσεις στις προκλητικές και απειλητικές υποδείξεις των κατακτητών και των προδοτών συνεργατών τους. Αυτά τα ιστορικά ντοκουμέντα δημοσιεύουμε στο παρόν επετειακό άρθρο μας.
Η γερμανική κατοχή ανέδειξε το μέγεθος της ψυχικής δυνάμεως και της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Όταν δηλαδή οι Γερμανοί εζήτησαν να επιστρατευτούν Έλληνες πολίτες για να σταλούν στο ρωσικό μέτωπο, ο Δαμασκηνός αντέδρασε με όλη του τη δύναμη για να αποφύγει η χώρα την εθνική αυτή συμφορά. Είχε κατηγορήσει ευθέως και απροκάλυπτα τους Γερμανούς κατακτητές από τον άμβωνα πολλές φορές, με αποτέλεσμα ο κατοχικός πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου να τον απειλήσει λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, προσέχετε μήπως οι Γερμανοί σας τουφεκίσουν» και ο Δαμασκηνός με το γνώριμο ύφος του απήντησε: «Οι στρατηγοί τουφεκίζονται, οι αρχιερείς απαγχονίζονται και είμαι έτοιμος προς τούτο».
Όσες φορές πάλι η γερμανική διοίκηση ζητούσε κατάσταση με τα ονόματα των ομήρων, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έγραφε πρώτο το όνομά του στην κατάσταση. Έτσι οι Γερμανοί ματαίωναν την εκτέλεση των Ελλήνων αγωνιστών. Όταν κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής επεχείρησε ο εχθρός να τον πείσει και να τον εκφοβίσει λέγοντάς του, ότι υπάρχει και ο βίαιος θάνατος, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός απαντούσε με την φράση του αγωνιστή Κανάρη «Δαμασκηνέ, είσαι έτοιμος να πεθάνεις». Άφωνοι έμεναν κάθε φορά οι Γερμανοί.
Ήταν οι αρχές του έτους 1942, όταν οι στερήσεις και η πείνα με σύμμαχο τον βαρύτατο χειμώνα αποδεκάτιζαν τον ελληνικό λαό και κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, κ.ά.). Και τότε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός δεν παρέμεινε άπραγος ενώπιον του πόνου και του αφανισμού του ελληνικού λαού και έστειλε στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο το παρακάτω τηλεγράφημα: «Ελληνικός λαός αποθνήσκει εκ πείνης. Ελληνική φυλή εξολοθρεύεται. Ποιούμεθα έκκλησιν και ικετεύομεν εκ βαθέων ψυχής ευρεθή τρόπος σταλούν οπωσδήποτε τρόφιμα, πάση θυσία. Θέτομεν διάθεσιν υμών άπασαν περιουσίαν Εκκλησίας Ελλάδος, άμφια ιερέων, αρχιερέων και τιμαλφή ναών και μονών. + ο Αθηνών Δαμασκηνός».
Μοναδικό ντοκουμέντο της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είναι ο λόγος που εξεφώνησε κατά την κηδεία του μεγάλου μας ποιητού Κωστή Παλαμά (1943), για την απώλεια του οποίου είπε: «Πενθεί η Ελλάς το μεγάλο της τέκνο. Μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς της ξενικής κατοχής αποχαιρετά τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο της ποιητή, που την έψαλλε στους στίχους του με λόγια προφητικά, δυνατά, αληθινά, λόγια που συγκλονίζουν βαθειά την ψυχή και μεταρσιώνουν και καλύπτουν την ιστορία αιώνων μακρών».
Την Μεγάλη Παρασκευή του 1943 και κατά την ακολουθία της αποκαθηλώσεως ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με αφορμή τις πολλές, μεγάλες και τρομακτικές δοκιμασίες του ελληνικού λαού και ενώπιων των μυστικών πρακτόρων των κατακτητών είπε τα ακόλουθα:
«Σήμερον… ο καθένας μας φέρει τον σταυρό της δοκιμασίας του. Ο καθένας μας προχωρεί με βήμα βραδύ προς το δικό του Γολγοθά μέσα από πίκρες και θλίψεις. Οι πάντες υφιστάμεθα δεινά και στερήσεις και λύπες πολλές. Καθημερινώς πίνουμε το ποτήριο της οδύνης.
Στο μέσον όμως της μεγάλης δοκιμασίας αντλούμε παρηγορία και ανακούφιση, ενθυμούμενοι και παρακολουθούντες την αγωνία του Λυτρωτού μέχρι της Αναστάσεώς του, η οποία επισφραγίζει την νίκην του επί των δυνάμεων του κακού και του σκότους.
Παρηγορούμεθα και εγκαρτερούμε. Εγκαρτερούμε και ελπίζουμε. Ελπίζουμε και πιστεύουμε. Πιστεύουμε στην ημέρα της δικαιώσεως, στην λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως, στην απαλλαγή της πατρίδος μας από τα δεσμά της δουλείας του αλλοτρίου. Πιστεύουμε στην μεγάλη πανήγυρι της σωτηρίας.
Διερχόμεθα σήμερα και εμείς οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί την τραγωδία του πάθους, με μόνη την προστασία του Παναγάθου Θεού. Στερούμεθα και σιωπούμε. Αδικούμεθα και εγκαρτερούμε. Δεν είμεθα κύριοι στον οίκο μας και υπομένουμε, ευρισκόμενοι υπό το πέλμα κατακτητών. Ευτυχώς, ούτε ο πόνος, ούτε οι στερήσεις κάμπτουν το θάρρος μας, ούτε και είναι δυνατόν να μας απομακρύνουν από την γραμμή του καθήκοντός μας. Και αν για μία στιγμή αποκαρδιωμένοι αναφωνήσουμε: «Πάτερ, ει δυνατόν παρελθέτω αφ’ ημών το ποτήριον τούτο», το πνεύμα της εγκαρτερήσεως και των θυσιών ανακτά πάνω μας την κυριαρχία του.
Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν έχουμε το δικαίωμα να διαψεύσουμε την παράδοση τόσων αιώνων, παράδοση εθνική και χριστιανική, και να λιποψυχήσουμε στο μέσον του δρόμου. Αδελφοί Έλληνες, τέκνα της Εκκλησίας του Χριστού και της Ελλάδος… τα βαρειά και σκοτεινά νέφη, που καλύπτουν τον ουρανό της πατρίδος, συντόμως θα διαλυθούν και θα διασκορπιστούν και θα λάμψει πάλι ο ζωογόνος ήλιος της ελευθερίας».
Όταν τον Γενάρη του 1944 εκτέλεσαν πολλούς φυλακισμένους Έλληνες και δεν έδιδαν στους συγγενείς τους τα ονόματα των νεκρών, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός επεσκέφθη την ανώτατη στρατιωτική γερμανική διοίκηση και μίλησε με σκληρή γλώσσα στους κατακτητές: «Εκτελέσατε τόσους Έλληνες πατριώτες, δεν καλέσατε ιερείς να εξομολογήσουν και να κοινωνήσουν τους μάρτυρες, στερώντας τους ακόμη και αυτή την ύστατη παρηγοριά της θρησκείας μας. Απαιτώ να μου δώσετε τα ονόματα των εκτελεσθέντων και να παύσει η αγωνία των πολλών άλλων χιλιάδων συγγενών των Ελλήνων, που έχετε φυλακισμένους και οι συγγενείς των θυμάτων, πατέρες, μητέρες, παιδιά, σύζυγοι, φίλοι και αγαπημένοι, να εκδηλώσουν τον σπαραγμό και τον πόνο τους, να υψώσουν ένα σταυρό με το όνομά τους στο μνήμα τους…».
Οι Γερμανοί επέμεναν στην άρνησή τους να δώσουν τα ονόματα των εκτελεσθέντων και τότε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τους έστειλε το εξής μήνυμα: «Θα προβώ στην εκσκαφή των νεκρών, για να αναγνωρισθούν οι εκτελεσθέντες και, αν νομίζετε, ας επιχειρήσετε να με εμποδίσετε». Τελικώς ο Δαμασκηνός έλαβε και τα ονόματα και τους εκτελεσθέντες νεκρούς.
Τέλος, τον Μάϊο του 1944, όταν είχε αρχίσει η κάμψη της Γερμανίας, ένας ανώτερος Γερμανός αξιωματικός επεσκέφθη στην οικία του τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ο οποίος τις ημέρες εκείνες ήταν ασθενής και κλινήρης. Ο αξιωματικός μετέφερε στον αρχιεπίσκοπο την εντολή του ιδίου του Χίτλερ ότι έπρεπε να τον προστατεύσουν και να τον μεταφέρουν στην Γερμανία για ασφάλεια, λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, παρακαλείσθε συνεπώς, να ετοιμασθείτε». Ο δε αρχιεπίσκοπος, αν και ασθενής, απάντησε ατάραχος και με αυστηρό ύφος: «Ευχαριστώ για τα ενδιαφέρον σας, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω την πατρίδα μου επ’ ουδενί λόγω. Εάν επιμένετε, μπορείτε να με μετακινήσετε, αλλά μόνον νεκρόν».
Αυτός υπήρξε ο εθνικός και θρησκευτικός γίγαντας της Ελλάδος, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος έγινε αντιβασιλεύς της Ελλάδος και εκοιμήθη στις 20 Μαΐου 1949, σε ηλικία μόλις 58 ετών.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ
από την εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ
http://www.egolpion.com/xrusan8os_damaskinos.el.aspx
Όταν επίσης εζητήθη από τον ίδιο να ορκίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και πάλι αρνήθηκε, λέγοντας ότι: «Ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν δύναται να ορκίσει κυβέρνηση σχηματιζόμενη υπό την διοίκηση του εχθρού της πατρίδος».
Αλλά και στον Γερμανό στρατάρχη των κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα Φον Στούμε, τον οποίο εδέχθη ως επισκέπτη στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, «ορθός, ατάραχος και γαλήνιος με ψυχρό και ανέκφραστο ύφος», έδειξε την έντονη δυσφορία του για την υπό των ναζιστικών στρατευμάτων κατάληψη της Ελλάδος. Όταν ο στρατάρχης του είπε: «Ο γερμανικός στρατός δεν έφθασε με εχθρικές διαθέσεις», ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του απήντησε άφοβα και αυστηρά: «Κύριε στρατάρχα, πρωτίστως ο στρατός σας εισέβαλε σε έναν τόπον του οποίου ο λαός αγωνίσθηκε με πραγματική πίστη για την ελευθερία του… και εξακολουθεί πάντοτε να πιστεύει στα ιδανικά του. Η Ελλαδική Εκκλησία ευρέθη πάντοτε στο πλευρό του ελληνικού λαού στους αγώνες του… και να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα λείψει να πράξει το καθήκον της και κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση».
Από δε τον Ιούλιο του 1941 νέος αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο από Κορίνθου Δαμασκηνός Παπανδρέου (1941-1949). Ο Χρύσανθος έκτοτε ιδιώτευε, αλλά και εφησυχάζων ενίσχυε κάθε πατριωτική δράση. Ο γνωστός ως «ασύρματος του Δεσπότη» στην κατοχή εκρύπτετο και λειτουργούσε στην κατοικία του, επί της οδού Σουμελά στην Κυψέλη.
Ο αοίδιμος αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέπειτα αντιβασιλεύς της Ελλάδος Δαμασκηνός Παπανδρέου (1891-1949) κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και σε διάφορες περιπτώσεις εκφώνησε λόγους και έδωσε τις πρέπουσες απαντήσεις στις προκλητικές και απειλητικές υποδείξεις των κατακτητών και των προδοτών συνεργατών τους. Αυτά τα ιστορικά ντοκουμέντα δημοσιεύουμε στο παρόν επετειακό άρθρο μας.
Η γερμανική κατοχή ανέδειξε το μέγεθος της ψυχικής δυνάμεως και της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Όταν δηλαδή οι Γερμανοί εζήτησαν να επιστρατευτούν Έλληνες πολίτες για να σταλούν στο ρωσικό μέτωπο, ο Δαμασκηνός αντέδρασε με όλη του τη δύναμη για να αποφύγει η χώρα την εθνική αυτή συμφορά. Είχε κατηγορήσει ευθέως και απροκάλυπτα τους Γερμανούς κατακτητές από τον άμβωνα πολλές φορές, με αποτέλεσμα ο κατοχικός πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου να τον απειλήσει λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, προσέχετε μήπως οι Γερμανοί σας τουφεκίσουν» και ο Δαμασκηνός με το γνώριμο ύφος του απήντησε: «Οι στρατηγοί τουφεκίζονται, οι αρχιερείς απαγχονίζονται και είμαι έτοιμος προς τούτο».
Όσες φορές πάλι η γερμανική διοίκηση ζητούσε κατάσταση με τα ονόματα των ομήρων, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έγραφε πρώτο το όνομά του στην κατάσταση. Έτσι οι Γερμανοί ματαίωναν την εκτέλεση των Ελλήνων αγωνιστών. Όταν κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής επεχείρησε ο εχθρός να τον πείσει και να τον εκφοβίσει λέγοντάς του, ότι υπάρχει και ο βίαιος θάνατος, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός απαντούσε με την φράση του αγωνιστή Κανάρη «Δαμασκηνέ, είσαι έτοιμος να πεθάνεις». Άφωνοι έμεναν κάθε φορά οι Γερμανοί.
Ήταν οι αρχές του έτους 1942, όταν οι στερήσεις και η πείνα με σύμμαχο τον βαρύτατο χειμώνα αποδεκάτιζαν τον ελληνικό λαό και κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, κ.ά.). Και τότε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός δεν παρέμεινε άπραγος ενώπιον του πόνου και του αφανισμού του ελληνικού λαού και έστειλε στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο το παρακάτω τηλεγράφημα: «Ελληνικός λαός αποθνήσκει εκ πείνης. Ελληνική φυλή εξολοθρεύεται. Ποιούμεθα έκκλησιν και ικετεύομεν εκ βαθέων ψυχής ευρεθή τρόπος σταλούν οπωσδήποτε τρόφιμα, πάση θυσία. Θέτομεν διάθεσιν υμών άπασαν περιουσίαν Εκκλησίας Ελλάδος, άμφια ιερέων, αρχιερέων και τιμαλφή ναών και μονών. + ο Αθηνών Δαμασκηνός».
Μοναδικό ντοκουμέντο της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είναι ο λόγος που εξεφώνησε κατά την κηδεία του μεγάλου μας ποιητού Κωστή Παλαμά (1943), για την απώλεια του οποίου είπε: «Πενθεί η Ελλάς το μεγάλο της τέκνο. Μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς της ξενικής κατοχής αποχαιρετά τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο της ποιητή, που την έψαλλε στους στίχους του με λόγια προφητικά, δυνατά, αληθινά, λόγια που συγκλονίζουν βαθειά την ψυχή και μεταρσιώνουν και καλύπτουν την ιστορία αιώνων μακρών».
Την Μεγάλη Παρασκευή του 1943 και κατά την ακολουθία της αποκαθηλώσεως ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με αφορμή τις πολλές, μεγάλες και τρομακτικές δοκιμασίες του ελληνικού λαού και ενώπιων των μυστικών πρακτόρων των κατακτητών είπε τα ακόλουθα:
«Σήμερον… ο καθένας μας φέρει τον σταυρό της δοκιμασίας του. Ο καθένας μας προχωρεί με βήμα βραδύ προς το δικό του Γολγοθά μέσα από πίκρες και θλίψεις. Οι πάντες υφιστάμεθα δεινά και στερήσεις και λύπες πολλές. Καθημερινώς πίνουμε το ποτήριο της οδύνης.
Στο μέσον όμως της μεγάλης δοκιμασίας αντλούμε παρηγορία και ανακούφιση, ενθυμούμενοι και παρακολουθούντες την αγωνία του Λυτρωτού μέχρι της Αναστάσεώς του, η οποία επισφραγίζει την νίκην του επί των δυνάμεων του κακού και του σκότους.
Παρηγορούμεθα και εγκαρτερούμε. Εγκαρτερούμε και ελπίζουμε. Ελπίζουμε και πιστεύουμε. Πιστεύουμε στην ημέρα της δικαιώσεως, στην λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως, στην απαλλαγή της πατρίδος μας από τα δεσμά της δουλείας του αλλοτρίου. Πιστεύουμε στην μεγάλη πανήγυρι της σωτηρίας.
Διερχόμεθα σήμερα και εμείς οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί την τραγωδία του πάθους, με μόνη την προστασία του Παναγάθου Θεού. Στερούμεθα και σιωπούμε. Αδικούμεθα και εγκαρτερούμε. Δεν είμεθα κύριοι στον οίκο μας και υπομένουμε, ευρισκόμενοι υπό το πέλμα κατακτητών. Ευτυχώς, ούτε ο πόνος, ούτε οι στερήσεις κάμπτουν το θάρρος μας, ούτε και είναι δυνατόν να μας απομακρύνουν από την γραμμή του καθήκοντός μας. Και αν για μία στιγμή αποκαρδιωμένοι αναφωνήσουμε: «Πάτερ, ει δυνατόν παρελθέτω αφ’ ημών το ποτήριον τούτο», το πνεύμα της εγκαρτερήσεως και των θυσιών ανακτά πάνω μας την κυριαρχία του.
Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν έχουμε το δικαίωμα να διαψεύσουμε την παράδοση τόσων αιώνων, παράδοση εθνική και χριστιανική, και να λιποψυχήσουμε στο μέσον του δρόμου. Αδελφοί Έλληνες, τέκνα της Εκκλησίας του Χριστού και της Ελλάδος… τα βαρειά και σκοτεινά νέφη, που καλύπτουν τον ουρανό της πατρίδος, συντόμως θα διαλυθούν και θα διασκορπιστούν και θα λάμψει πάλι ο ζωογόνος ήλιος της ελευθερίας».
Όταν τον Γενάρη του 1944 εκτέλεσαν πολλούς φυλακισμένους Έλληνες και δεν έδιδαν στους συγγενείς τους τα ονόματα των νεκρών, ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός επεσκέφθη την ανώτατη στρατιωτική γερμανική διοίκηση και μίλησε με σκληρή γλώσσα στους κατακτητές: «Εκτελέσατε τόσους Έλληνες πατριώτες, δεν καλέσατε ιερείς να εξομολογήσουν και να κοινωνήσουν τους μάρτυρες, στερώντας τους ακόμη και αυτή την ύστατη παρηγοριά της θρησκείας μας. Απαιτώ να μου δώσετε τα ονόματα των εκτελεσθέντων και να παύσει η αγωνία των πολλών άλλων χιλιάδων συγγενών των Ελλήνων, που έχετε φυλακισμένους και οι συγγενείς των θυμάτων, πατέρες, μητέρες, παιδιά, σύζυγοι, φίλοι και αγαπημένοι, να εκδηλώσουν τον σπαραγμό και τον πόνο τους, να υψώσουν ένα σταυρό με το όνομά τους στο μνήμα τους…».
Οι Γερμανοί επέμεναν στην άρνησή τους να δώσουν τα ονόματα των εκτελεσθέντων και τότε ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τους έστειλε το εξής μήνυμα: «Θα προβώ στην εκσκαφή των νεκρών, για να αναγνωρισθούν οι εκτελεσθέντες και, αν νομίζετε, ας επιχειρήσετε να με εμποδίσετε». Τελικώς ο Δαμασκηνός έλαβε και τα ονόματα και τους εκτελεσθέντες νεκρούς.
Τέλος, τον Μάϊο του 1944, όταν είχε αρχίσει η κάμψη της Γερμανίας, ένας ανώτερος Γερμανός αξιωματικός επεσκέφθη στην οικία του τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ο οποίος τις ημέρες εκείνες ήταν ασθενής και κλινήρης. Ο αξιωματικός μετέφερε στον αρχιεπίσκοπο την εντολή του ιδίου του Χίτλερ ότι έπρεπε να τον προστατεύσουν και να τον μεταφέρουν στην Γερμανία για ασφάλεια, λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, παρακαλείσθε συνεπώς, να ετοιμασθείτε». Ο δε αρχιεπίσκοπος, αν και ασθενής, απάντησε ατάραχος και με αυστηρό ύφος: «Ευχαριστώ για τα ενδιαφέρον σας, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω την πατρίδα μου επ’ ουδενί λόγω. Εάν επιμένετε, μπορείτε να με μετακινήσετε, αλλά μόνον νεκρόν».
Αυτός υπήρξε ο εθνικός και θρησκευτικός γίγαντας της Ελλάδος, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός Παπανδρέου. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος έγινε αντιβασιλεύς της Ελλάδος και εκοιμήθη στις 20 Μαΐου 1949, σε ηλικία μόλις 58 ετών.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ
από την εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ
http://www.egolpion.com/xrusan8os_damaskinos.el.aspx
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)