Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Ο θεσμός της ιεροσύνης στην Παλαιά Διαθήκη

Καθηγητή Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Εισήγηση στο Ζ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχών Ιερών Μητροπόλεων:
" Το μυστήριον της Ιερωσύνης" , Νέο Προκόπιο Ευβοίας: Ι. Προσκύνημα Αγ. Ιωάννου του Ρώσσου: Δε. 19 - Πε. 22.9.2005


Στο πρώτο κεφάλαιο της κλασικής μελέτης του με τίτλο Ἀρχαὶ καὶ Χαρακτὴρ τῆς Χριστιανικῆς Λατρείας ο καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας δικαιολογεί ως εξής την εκτεταμένη αναφορά του στην ιουδαϊκή λατρεία: «Ἑπόμενον δὲ ἦτο, ἐφ’ ὅσον ἄλλως τε μεμαρτυρημένως συμμετεῖχον οἵ τε ἀπόστολοι καὶ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις χριστιανοὶ τῆς ἐν τῷ Ναῷ λατρείας, ἡ λατρεία τοῦ Ἰσραὴλ ν’ἀποβῇ κύριος παράγων ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς νέας λατρείας καὶ νὰ καταστῇ μήτρα, ἐντὸς τῆς ὁποίας αὕτη ἐκυοφορήθη καὶ προσέλαβε τὰς πρώτας αὐτῆς διαμορφώσεις» . Όμως, τόσο στις 70 σελίδες που καλύπτει το συγκεκριμένο κεφάλαιο όσο και στις 242 του συνολικού έργου δεν αφιερώνει ούτε μία παράγραφο, ούτε μια -έστω σύντομη- αναφορά, στο ζήτημα του ιουδαϊκού ιερατείου. Παρά την έκπληξη που προφανώς δοκιμάζει κανείς από τη διαπίστωση αυτήν, οφείλει να δώσει δίκαιο στον καθηγητή για την “παράλειψή” του, καθώς μια απλή ανάγνωση της Προς Εβραίους Επιστολής της Καινής Διαθήκης αρκεί για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η χριστιανική ιεροσύνη δεν είναι συνέχεια της ιουδαϊκής.
Αυτή η θέση είναι και η μόνη την οποία μπορεί να υποστηρίξει κανείς με σχετική βεβαιότητα, επιχειρώντας την αναπαράσταση της ιστορικής πορείας του θεσμού της ιεροσύνης στον βιβλικό Ισραήλ. Από τότε που η σύγχρονη φιλολογική ανάλυση της Παλαιάς Διαθήκης απέδειξε ότι τα βιβλικά κείμενα δεν αντικατοπτρίζουν πάντοτε τις ιστορικές, κοινωνικές ή πολιτικές συνθήκες της εποχής στην οποία αναφέρονται, καθώς η τελική σύνθεσή τους ανάγεται συχνά σε πολύ μεταγενέστερες των περιγραφομένων γεγονότων εποχές και το ενδιαφέρον των συγγραφέων τους δεν επικεντρώνεται στην ακριβή ιστορική καταγραφή, η έρευνα δεν κατόρθωσε μέχρι σήμερα να προτείνει μια ολοκληρωμένη και ευρύτερα αποδεκτή θεωρία για τα πρώιμα στάδια της ισραηλιτικής ιεροσύνης, εφόσον η σύνθεση της ενότητας Έξοδος κε΄ - Αριθμοί ι΄ που αναφέρεται στην οργάνωση της λατρείας στην έρημο ανάγεται στη μεταιχμαλωσιακή περίοδο, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ιστορική μαρτυρία για την εγκατάσταση ενός οργανωμένου ιερατείου στον Ισραήλ από τον Μωυσή. 
 Ανάλογη αβεβαιότητα επικρατεί και για τις πριν από την περίοδο της βασιλείας παραδόσεις  καθώς οι αναφορές σε Ισραηλίτες ιερείς  είναι πολύ σπάνιες και οι σχετικές πληροφορίες αποσπασματικές. Από τις πιο σαφείς αναφορές σε ιερατείο είναι εκείνες που σχετίζονται με τον Ηλί και τους διαδόχους του αρχικά στο ιερό της Σηλώ και αργότερα της Νομβά και της Ιερουσαλήμ. Ο Ηλί ως “ο ιερέας” είναι προστάτης του ιερού και της κιβωτού της διαθήκης. Στο πλευρό του βρίσκονται ως βοηθοί νεαροί ιερείς, στους οποίους ανήκουν οι γιοι του αλλά και Ισραηλίτες άλλης καταγωγής, όπως ο Σαμουήλ (Α΄ Βασιλειών α΄ - δ΄). Το πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος του ιερατείου της Σηλώ δηλώνεται σε ένα προφητικό κείμενο, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος ο Θεός είχε εκλέξει στην Αίγυπτο κάποιον προπάτορα του Ηλί και είχε υποσχεθεί σε αυτόν και στους απογόνους του αιώνια ιεροσύνη (Α΄ Βασιλειών β΄ 27, 30). Στα καθήκοντα του ιερατείου της Σηλώ περιλαμβάνονταν οι προσφορές στο θυσιαστήριο, το θυμίαμα και η ένδυση του εφώδ, του αμφίου που επέτρεπε στους ιερείς να συμβουλεύονται τον Θεό. Για τις υπηρεσίες τους οι ιερείς αυτοί λάμβαναν ένα μέρος από τις αιματηρές θυσίες, είχαν δηλαδή το δικαίωμα να τρέφονται από τις αφιερωμένες στον Θεό τροφές (Α΄ Βασιλειών β΄ 28· πρβλ. κα΄ 5-7). Όπως προκύπτει από τις ιστορίες του Σαούλ και του Δαβίδ, μετά την παρακμή της Σηλώ, το κύριο καθήκον των ιερέων περιορίστηκε στη διάγνωση του θελήματος του Θεού με το εφώδ (Α΄ Βασιλειών ιδ΄ 3, 18-19. κγ΄ 9-12. λ΄ 7-8). Σύμφωνα με το Α΄ Βασιλειών κα΄ εξ., ο Σαούλ εξόντωσε όλο το ιερατείο της Νομβά, επειδή έδειξαν εύνοια και βοήθησαν τον Δαβίδ. Μόνον ο Αβιάθαρ κατόρθωσε να γλυτώσει. Η σχετική με την παραμονή της κιβωτού της διαθήκης στα Γάλγαλα παράδοση είναι ασαφής και δεν περιέχει ονόματα, οπότε δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή πηγή για την εξαγωγή συμπερασμάτων, ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας θρύλος για την ίδρυση του φυλετικού ιερού της Δαν, που διασώζεται στο Κριταί ιζ΄ - ιη΄. Σύμφωνα με το κείμενο, κάποιος Εφραιμίτης ίδρυσε ένα ιερό, κατασκεύασε ένα εφώδ και είδωλα και όρισε έναν από τους γιους του να ασκεί καθήκοντα ιερέα. Αργότερα, μόλις δόθηκε ευκαιρία, τοποθέτησε στη θέση αυτήν έναν περαστικό Λευίτη. Ο ιερέας έφερε τον τιμητικό τίτλο «πατέρας», ίσως γιατί ανέλαβε στην οικογένεια καθήκοντα που ανήκαν προηγουμένως στον αρχηγό της. Οι Δανίτες, που περνούσαν από την ορεινή περιοχή του Εφραίμ αναζητώντας τόπο εγκατάστασης, έκλεψαν τα είδωλα και το εφώδ και πήραν μαζί τους και τον ιερέα, ο οποίος πλέον ανέλαβε καθήκοντα ιερέα της φυλής . Αυτό που προκύπτει από την αφήγηση είναι ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο η λευιτική καταγωγή για την ανάδειξη κάποιου σε ιερέα ήταν επιθυμητή αλλά όχι απαραίτητη προϋπόθεση. Τέλος, στο Κριταί κ΄ 27-28 αναφέρεται ότι στη Βαιθήλ υπηρετούσε στην κιβωτό της διαθήκης, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται ως “ιερέας”, ο Φινεές, γιος του Ελεάζαρ και εγγονός του Ααρών, ο οποίος ρώτησε για λογαριασμό των συνασπισμένων Ισραηλιτών τον Θεό σχετικά με την έκβαση της εκστρατείας τους κατά των Βενιαμινιτών. Γενικά, ο όρος “ιερέας” δεν απαντά σε αφηγήσεις που μπορούν να χρονολογηθούν από την προμοναρχική περίοδο και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι δραστηριοποιούμενοι γύρω από την κιβωτό της διαθήκης Λευίτες με προσφορές θυσιών, διδασκαλία των θείων εντολών και επερώτηση του Θεού με τους κλήρους ουρίμ και θουμίμ (πρβλ. Δευτερονόμιον λγ΄ 8-11) θεωρούνταν ιερείς. Στα αρχαιότερα κείμενα κανείς Λευίτης δεν χαρακτηρίζεται ως ιερέας ούτε το αντίθετο. Στο Έξοδος λβ΄ 25-35, μάλιστα, ο ρόλος των Λευιτών εμφανίζεται εντελώς αντίθετος από εκείνον του Ααρών
Αμφίβολο παραμένει επίσης σε ποια έκταση προσλαμβάνονταν Χανααναίοι ιερείς. Το βέβαιο είναι ότι μέχρι την εποχή του Σαούλ η ένταξη σε κάποιο ιερατικό γένος ή η ιδιότητα του Λευίτη δεν αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση κάποιων λατρευτικών πράξεων. Θυσίες μπορούσε κάθε οικογενειάρχης να προσφέρει (βλ. αφηγήσεις για τους Πατριάρχες, Κριταί ιγ΄ 19), ο κριτής Γεδεών εισάγει στην πόλη του ένα τελετουργικό τυπικό που σχετιζόταν με κάποιο εφώδ (Κριταί η΄ 27), ενώ σύμφωνα με το Α΄ Σαμουήλ ζ΄ 1, όταν οι κάτοικοι της Καριαθιαρίμ ανέλαβαν να φιλοξενήσουν στην πόλη τους την κιβωτό «καθιέρωσαν» κάποιον συμπατριώτη τους για να τη «φυλάει». Έργο, λοιπόν, των ιερέων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν λιγότερο η προσφορά θυσιών και περισσότερο η διδασκαλία των νομικών διατάξεων, ιδιαίτερα σε σχέση με τα καθαρά και ακάθαρτα, η εξαγγελία χρησμών (μέσω του εφώδ με τα ουρίμ και τα θουμίμ), η απαγγελία τελετουργικών ευλογιών και ακόμη η υπηρεσία στην κιβωτό της διαθήκης, που χαρακτηριζόταν ως “φύλαξη”. Μόλις κατά την περίοδο της βασιλείας διαμορφώνεται, τουλάχιστον στον νότο, ένα κλειστό ιερατείο που προϋπέθετε την ένταξη σε κάποιο ιερατικό γένος. Όπως ήταν αναμενόμενο, μεγαλύτερη δύναμη απέκτησε το ιερατείο της Ιερουσαλήμ, το οποίο μετά την εξορία του καταγόμενου από το γένος του Ηλί Αβιάθαρ (Γ΄ Βασιλειών β΄ 35), απαρτιζόταν αποκλειστικά από προερχόμενους από τη γενιά του Σαδώκ.
Ο Σαδώκ εμφανίζεται εντελώς ξαφνικά στο προσκήνιο της ιστορίας μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Δαβίδ και, μάλιστα, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο γενεαλογικό του δένδρο (Β΄ Βασιλειών η΄ 17), διαπίστωση που έδωσε αφορμή για τη διατύπωση της υπόθεσης ότι ήταν Χανααναίος που ασπάστηκε την ισραηλιτική πίστη. Επικεφαλής του κρατικού ιερατείου της Ιερουσαλήμ ήταν «ο ιερέας», που αργότερα ονομάζεται «ο ιερέας ο μεγάλος», «ο ιερέας ο πρώτος», «χριστός ιερέας» και, τέλος, «αρχιερέας». Στα προνόμια του ιερατείου προστέθηκε και η προσφορά θυσιών. Παρ’ όλα αυτά, στο νότιο βασίλειο, τον Ιούδα, ο ρόλος του βασιλιά σε θέματα λατρείας εμφανίζεται ουσιαστικότερος από εκείνον του σαδωκικού ιερατείου (Β΄ Βασιλειών ς΄ 2, 4. κβ΄. Γ΄ Βασιλειών η΄. Δ΄ Βασιλειών ις΄ 10-18. Ψαλμοί ρθ΄ 4. ρλα΄), ενώ ακόμη και οι γιοι του βασιλιά λειτουργούσαν ως ιερείς (Β΄ Βασιλειών η΄ 18). Διαφορετικές φαίνεται να ήταν οι συνθήκες στο βόρειο βασίλειο, τον Ισραήλ, όπου παρά τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει ο Ιεροβοάμ Α΄ με την ίδρυση των ιερών της Δαν και της Βαιθήλ (Γ΄ Βασιλειών ιβ΄ 28εξ) δεν διαπιστώνεται αναγνώριση κάποιας μορφής βασιλικής ιεροσύνης. Τα καθήκοντα των ιερέων στα βορειοϊσραηλιτικά κρατικά ιερά της Βαιθήλ και της Δαν δεν περιγράφονται στα κείμενα. Οι υπόλοιποι ιερείς που ασκούν τα καθήκοντά τους σε διάφορες πόλεις και χωριά της χώρας ονομάζονται γενικά λευίτες. Ζούσαν σαν άποροι, χωρίς ιδιοκτησία γης, μεταξύ των συμπατριωτών τους και εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για τη ζωή τους από το μερίδιο που τους αναλογούσε από τις θυσίες. Κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του Ιωσία το ιερατείο της Ιερουσαλήμ κατόρθωσε να διατηρήσει τα προνόμιά του, υποβαθμίζοντας έτσι, παρά τις επιταγές των δευτερονομιστικών κύκλων για ισότητα όλων των λευιτών ιερέων, τον ρόλο των λευιτών της επαρχίας. Μόνον η αποτυχία της μεταρρύθμισης αυτής και η πτώση λίγο αργότερα του βασιλείου απέτρεψε την πλήρη εξαθλίωση της μεγάλης μάζας των ιερέων της επαρχίας. Η οριστική κατάληψη της Ιερουσαλήμ το 586 π.Χ. από τους Βαβυλωνίους και η καταστροφή του ναού όχι μόνο δεν σήμανε το τέλος του ιουδαϊκού ιερατείου αλλά η περίοδος της αιχμαλωσίας που ακολούθησε αποτέλεσε τη μήτρα για την αναγέννησή του.
Το ενδιαφέρον των ιερέων για τη διατήρηση των αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων του λαού, όπως αυτό αποτυπώνεται στον λεγόμενο “Νόμο της Αγιότητας ” της Πεντατεύχου (Λευιτικόν ιζ΄ - κς΄) και στα οράματα του ιερέα προφήτη Ιεζεκιήλ (κεφ. μ΄ - μθ΄) που καταγράφονται την περίοδο αυτή, θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα αναδιοργανωθεί η λατρεία κατά τη μεταιχμαλωσιακή περίοδο. Ταυτόχρονα οι ιερείς, ως φορείς των πλέον αισιόδοξων παραδόσεων περί θείας εκλογής του Ισραήλ, κάτι που στο παρελθόν θα τους οδηγήσει σε αντιπαράθεση με ορισμένους προφήτες (Αμώς ζ΄ 10-17. Ησαΐας κη΄ 7-13. Ιερεμίας κς΄ 7-19), θα ενδιαφερθούν για τη διάσωση των γενεαλογικών καταλόγων του λαού, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στη διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του. Σύμφωνα με τον λεγόμενο “Ιερατικό Κώδικα” της Πεντατεύχου όλοι οι ιερείς κατάγονται από τον Ααρών (Αριθμοί ιζ΄) και έχουν ως κύριο καθήκον την προσφορά θυσιών που στο σύνολό τους σχεδόν αποσκοπούν στην εξιλέωση του λαού (Λευιτικόν α΄ εξ). Καθορίζεται επίσης με ακρίβεια ο τρόπος ζωής τους και τα έσοδά τους (Λευιτικόν ι΄ 6-20. Αριθμοί ιη΄. λε΄. πρβλ. Ιεζεκιήλ μδ΄ 17-31. μη΄ 8-29). Οι Λευίτες θεωρούνται πλέον κατώτερος κλήρος, αναλαμβάνοντας καθήκοντα βοηθών των ιερέων (Αριθμοί α΄ 47-53. γ΄ 5-13. δ΄ 1- 49. η΄ 5-26. ιη΄ 20-32. πρβλ. Ιεζεκιήλ μδ΄ 4-16). Με τον υπερτονισμό, μάλιστα,  του ρόλου του Ααρών προετοιμάζεται το έδαφος για την ανάληψη και βασιλικού ρόλου από την πλευρά του αρχιερέα, κάτι που θα συμβεί κατά την μακκαβαϊκή περίοδο.
Έτσι, το όραμα των δευτερονομιστικών κύκλων για γενική ιεροσύνη του ισραηλιτικού λαού (Έξοδος ιθ΄ 6) σβήνει οριστικά, καθώς το ααρωνικό ιερατείο καθίσταται πλέον ο αποκλειστικός διαμεσολαβητής μεταξύ λαού και Θεού.
Με την οικοδόμηση του δεύτερου ναού της Ιερουσαλήμ το σαδδωκικό ιερατείο κατόρθωσε κατά την εποχή του Έσδρα να κατακτήσει ηγετική θέση. Το λεγόμενο “Έργο του Χρονικογράφου” (περιλαμβάνει τα βιβλία Β΄ Έσδρας - Νεεμίας και Α΄ - Β΄ Παραλειπομένων) θεωρεί πλέον παγιωμένη μια ιεραρχία με επικεφαλής τον αρχιερέα, πλαισιωμένο από ιερείς, λευίτες (στους οποίους περιλαμβάνονται και ψάλτες και θυρωροί) και υπηρέτες του ναού, κύριο έργο της οποίας είναι η προσφορά λατρείας στον Θεό. Κατά τη μακκαβαϊκή περίοδο, τέλος, ένα σημαντικό τμήμα του ααρωνικού ιερατείου απομακρύνθηκε από την Ιερουσαλήμ (κάποιοι κατέφυγαν στην Λεοντόπολη της Αιγύπτου, άλλοι διαμόρφωσαν ιδιαίτερες κοινότητες, όπως του Κουμράν), ενώ οι Σαδδουκαίοι, οι οποίοι μαζί με τους Ασμοναίους συγκροτούσαν πλέον το “νόμιμο” ιουδαϊκό ιερατείο, θεωρούνταν από τους ευσεβείς κύκλους αποστάτες.  
Ήδη κατά την εποχή της δράσης του Ιησού Χριστού το ιουδαϊκό ιερατείο είχε ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο και λίγο αργότερα, με την καταστροφή του ναού της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους, ακριβώς την περίοδο της μεγάλης διάδοσης του χριστιανισμού, παύει πλέον να παίζει οποιονδήποτε ρόλο, και το κέντρο της θρησκευτικής ζωής μετατοπίζεται από τη λατρεία στην ερμηνεία και προσπάθεια εφαρμογής των εντολών που περιέχονται στις θείες Γραφές. Ο ίδιος ο Ιησούς αρχίζει και τελειώνει τη δημόσια δράση του με την ανάλυση περικοπών από τις Γραφές. Σύμφωνα με τη “διήγησιν” του ευαγγελιστή Λουκά, όταν ο Ιησούς εμφανίστηκε για πρώτη φορά δημόσια στη συναγωγή του χωριού του, της Ναζαρέτ, του ζητήθηκε να διαβάσει κάτι από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα. Αυτός αναζήτησε και διάβασε την εξής περικοπή: «Το Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους συντριμμένους ψυχικά. Στους αιχμαλώτους να κηρύξω απελευθέρωση και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομό που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του». Όταν τελείωσε την ανάγνωση, άρχισε το κήρυγμά του με τη δήλωση: «Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε» (Λουκ. δ΄ 16-21). Ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει ότι όταν αργότερα κάποιος ρώτησε τον Ιησού για το πώς θα κερδίσει την αιώνια ζωή, εκείνος παρέπεμψε τον συνομιλητή του σε δύο χωρία από τα βιβλία Δευτερονόμιον (ς΄ 5) και Λευιτικόν (ιθ΄ 18) αντίστοιχα: «Να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου και μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλη τη δύναμή σου και μ’ όλο το νου σου· και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λουκ. ι΄ 25-27). Και στο τέλος του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου περιγράφεται μια συνάντηση του αναστημένου Ιησού με δύο μαθητές του κατά την οποία αυτός «αρχίζοντας από τα βιβλία του Μωυσή και όλων των προφητών, τους εξήγησε όσα αναφέρονταν στις Γραφές για τον εαυτό του» (Λουκ. κδ΄ 13-27). Έτσι, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι ο χριστιανισμός προέκυψε από την επανερμηνεία ενός βιβλίου που συνιστούσε την ιερή Βίβλο μιας άλλης θρησκείας. 
 Μέσα σε αυτήν τη συνάφεια εύκολα μπορεί κανείς να εξηγήσει το γιατί η ιουδαϊκή Συναγωγή δείχνει να αδιαφορεί για την εναγώνια προσπάθεια του συγγραφέα της Προς Εβραίους Επιστολής να αποδείξει ότι η ιεροσύνη του Μελχισεδέκ, και επομένως και του Χριστού, είναι ανώτερη από εκείνη του Ααρών, ενώ δεν κάνει το ίδιο όταν η χριστιανική Εκκλησία, αυτοπροσδιοριζόμενη ως “νέος Ισραήλ” και κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού, θα οικειοποιηθεί σύνολη σχεδόν την ιουδαϊκή θρησκευτική γραμματεία και θα την ερμηνεύσει χριστολογικά. Η αντίδραση της Συναγωγής στη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε θα εκδηλωθεί με τη συγκρότηση ενός κανόνα των ιερών της Γραφών που θα περιλαμβάνει μόνον τα βιβλία εκείνα, των οποίων η συγγραφή τοποθετείται κατά παράδοση πριν από τη γένεση του Ιουδαϊσμού. Χαρακτηριστικά είναι στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρει σχετικά στα τέλη του α΄ μ.Χ. αιώνα ο ελληνιστής Ιουδαίος ιστοριογράφος Φλάβιος Ιώσηπος στο απολογητικό έργο του Κατ’ Απίωνος. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ο οποίος εκφράζει την ιουδαϊκή παράδοση της εποχής του, ό,τι γράφτηκε μετά από την εποχή του Αρταξέρξη Α΄ (465-424 π.Χ.) υπολείπεται σε αξία «διὰ τὸ μὴ γενέσθαι τὴν τῶν προφητῶν ἀκριβὴ διαδοχήν». Η φράση αυτή του Ιωσήπου μπορεί να γίνει κατανοητή με βάση το περιεχόμενο του Δευτερονομίου, που προέρχεται από την περίοδο της αιχμαλωσίας και εκφράζει τις ελπίδες των φτωχών Ιουδαίων που παρέμειναν στη χώρα για αυτοοργάνωση και ανασύσταση των θεσμών.
Στην ενότητα Δευτερονόμιον ις΄ 18 - ιη΄ 22 επιχειρείται για πρώτη φορά η συστηματοποίηση του ρόλου των δικαστών, των βασιλιάδων, των ιερέων και των προφητών μέσα στην μελλοντική ισραηλιτική κοινωνία, με τον ακριβή καθορισμό των καθηκόντων τους και των υποχρεώσεών τους. Στη σχετική με τους προφήτες ενότητα (ιη΄ 9-22) ο Μωυσής υπόσχεται ότι ο Κύριος «θα αναδείξει έναν προφήτη από σας, μέσα από το λαό σας, σαν εμένα» (ιη΄ 15. πρβλ. ιη΄ 18). Σύμφωνα με το χωρίο αυτό ο Θεός εμφανίζεται να εισηγείται παράλληλα με τους άλλους θεσμούς και το θεσμό των προφητών ως διαδόχων του Μωυσή. Παρ’ όλα αυτά, κανείς από τους γνωστούς προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης δεν εμφανίζεται ως διάδοχος του Μωυσή, ούτε ο δευτερονομιστής συντάκτης αναφέρει σε ολόκληρο το ιστοριογραφικό του έργο κάποιον προφήτη σαν διάδοχο του Μωυσή. Έτσι, η υποτιθέμενη προφητική διαδοχή που αρχίζει με τον Μωυσή παραμένει ένα θεωρητικό κατασκεύασμα που αποσκοπεί στο να συστηματοποιήσει τον ρόλο των προφητών. Η θεσμοθέτηση όμως της προφητείας σηματοδοτεί ταυτόχρονα και το τέλος της. Η ζωντανή παρουσία του Θεού δια των προφητών μέσα στον λαό του θα δώσει τη θέση της σε έναν θεσμό, ο οποίος θα επιχειρήσει μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα νομικών διατάξεων να ρυθμίσει και να ελέγξει μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια τις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό. Όταν αργότερα ο τέταρτος ευαγγελιστής θα τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση τον παραλληλισμό Ιησού και Μωυσή και ο απόστολος Πέτρος (Πρξ. γ΄ 22-26), όπως και ο διάκονος Στέφανος (Πρξ. ζ΄ 37), θα ταυτίσουν στους λόγους τους τον Ιησού με τον αναμενόμενο προφήτη, το ιουδαϊκό ιερατείο θα επιμείνει στην άποψή της περί μη «ακριβούς διαδοχής των προφητών», απορρίπτοντας την εξαγγελλόμενη από τον Χριστό σωτηρία και ολοκληρώνοντας έτσι τον ιστορικό του κύκλο που ξεκίνησε ως δώρο του Θεού προς τον λαό του και κατέληξε ένας θεσμός που λειτούργησε απαγορευτικά για την περαιτέρω αποδοχή των θείων δωρεών.
Το συμπέρασμα που με βάση τα παραπάνω προκύπτει για την Εκκλησία είναι ότι η ζωντανή σχέση των ανθρώπων με τον Θεό δεν επιδέχεται οργάνωση και θεσμοθέτηση. Αν με τον όρο “χάρισμα” νοείται το σύνολο των αμετάκλητων δωρεών του Θεού προς τους ανθρώπους με πρώτο το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, η παρουσία του οποίου μέσα στην κοινότητα φανερώνεται με μια ποικιλία χαρισμάτων, τα χαρίσματα δεν πρέπει να θεωρούνται κάτι το έκτακτο, αλλά αποτελούν βασικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής. Στο βαθμό που όλα τα είδη των χαρισμάτων χορηγούνται από το ίδιο Άγιο Πνεύμα και όλα τα είδη των διακονημάτων ανατίθενται στους ανθρώπους από τον ίδιο Κύριο (Α΄ Κορ. ιβ΄ 4-5), τα χαρίσματα δεν μπορούν να αποτελούν απειλή για την Εκκλησία.
Αν συμβαίνει αυτό, τότε η Εκκλησία παύει να λειτουργεί ως σώμα Χριστού και μετατρέπεται σε έναν, πανίσχυρο μεν, αλλά καθαρά εξουσιαστικό θεσμό, που θέτει φραγμούς ακόμη και στη δράση του Αγίου Πνεύματος.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Τι είναι η Ιερωσύνη

1. Μυστήριο και θαύμα.

Η ιερωσύνη είναι μυστήριο με την πιο περιεκτική σημασία του όρου. Είναι ένα μέγα και συνεχές θαύμα που απεργάζεται μέσα στην Εκκλησια η φιλανθρωπία του Θεού. Αυτό αποτελεί την πίστη και την εμπειρία της Εκκλησιας. Ο άνθρωπος, το οστράκινο σκεύος, να γίνεται ο μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ο λειτουργός των μυστηρίων, ο οικονόμος της χάριτος, ο ποιμήν αθανάτων ψυχών "αίματι Χριστού εξηγορασμένων" (Μ. Βασιλείου. Όροι κατ' επιτομήν ΡΠΔ´, ΒΕΠΕΣ 53, 305).

Είναι απροσμέτρητο το ύψος της ιερωσύνης. Και απερίγραπτα μεγάλη η τιμή που γίνεται στον άνθρωπο, τον οποίο αξιώνει ο Θεός να γίνει ιερεύς Του. Και όσο εμβαθύνει στο μυστήριο της ιερωσύνης και συνειδητοποιεί το θαύμα της ιερατικής κλίσεώς του, τόσο κατανοεί και το μέγεθος της τιμής με την οποία τον τίμησε ο Θεός.


2. Χάρισμα και δωρεά.

Η ιερωσύνη είναι ακόμη χάρισμα και δωρεά. Και χάρισμα σημαίνει κάτι που μας δίδεται κατά χάριν και παρ' αξίαν. Κανείς δεν δικαιούται το χάρισμα. Ούτε μπορεί να το απαιτήσει ή να το εξαγοράσει. Όποιος κι αν είναι αυτός. Όσα προσόντα κι αν διαθέτει. Όσο μεγάλη κι αν είναι η προσωπική του αρετή. "Ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρων" (Εβρ. 5,4).

Στην κλήση αυτή του Θεού και της Εκκλησιας ανταποκρινόμενος ο πιστός, προσφέρει τον εαυτό του με πολλή συντριβή και βαθιά ταπείνωση. Συντρίβεται για την ανθρώπινη ευτέλεια και την αναξιότητά του. Ταπεινώνεται ενώπιον της δυνάμεως του Θεού που καταδέχεται να σκηνώσει στην αδύναμη ύπαρξή του. Συνειδητοποιεί βαθιά μέσα του πως η ιερωσύνη που λαμβάνει αποτελεί χάρισμα και δωρεά που η φιλανθρωπία του Θεού παρέχει χάριν του λαού Του και όχι επιβράβευση της αξιοσύνης ή των προσόντων του.

"Α γαρ εγκεχείρισται ο ιερεύς, Θεού μόνου εστί δωρείσθαι και όπουπερ αν η ανθρωπίνη φθάση φιλοσοφία, ελάττων της χάριτος εκείνης φανείται... Και τι λέγω τούς ιερείς; Ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος εργάσασθαί τι δύναται εις τα δεδομένα παρά Θεού αλλά Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα πάντα οικονομεί, ο δε ιερεύς την εαυτού δανείζει γλώτταν και την εαυτού παρέχει χείρα" (Ιω. Χρυσοστόμου, εις 'Ιω. ομιλ. 86,4 ΡG 59, 472).


3. Αποστολή.

Η ιερωσύνη είναι και αποστολή• αποστολική κλίση, αποστολικό χάρισμα και αποστολικό έργο. Λαμβάνοντας το χάρισμα της ιερωσύνης κατά την ώρα της χειροτονίας μας, συμμετέχουμε στην αποστολή του Χριστού την αποστολή που με την κλήση τους αναδέχτηκαν και υπηρέτησαν οι Απόστολοι και στη συνέχεια μεταβίβασαν στούς διαδόχους τους, τούς ποιμένες της Εκκλησίας.

Στα πρόσωπα των επισκόπων και εν γένει των κληρικών της Εκκλησίας συνεχίζεται η αποστολή του Χριστού. Είναι αυτό ακριβώς που ονομάζουμε αποστολική διαδοχή ότι δηλαδή το χάρισμα της ιερωσύνης, που υπάρχει και συνεχίζει να λειτουργεί μέσα στην Εκκλησία, προέρχεται κατά συνεχή και αδιάκοπη διαδοχή από αυτούς τούς Αποστόλους. Είναι η συνέχιση και επέκταση του έργου που πραγματοποίησε "ο απόστολος και αρχιερεύς της ομολογίας ημών 'Ιησους" (Εβρ. 3,1). Αυτό που λέει ο Παύλος για τούς Αποστόλους, "δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών ελάβομεν χάριν και αποστολήν εις υπακοήν πίστεως εν πάσι ταις έθνεσιν υπέρ του ονόματος αυτού" (Ρωμ. 1,5), μπορούμε να το επαναλαμβάνουμε κι εμείς οι ποιμένες της Εκκλησίας για τον εαυτό μας.

Η ιερατική κλίση, λοιπόν, αποτελεί συμμετοχή στην αποστολή του Χριστού. Το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας είναι έργο αποστολικό, είναι η συνέχιση και η προέκταση του έργου του Χριστού. Ο Ιερεύς ποιμαίνει τα δικά Του λογικά πρόβατα. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μέγας και αιώνιος αρχιερεύς της Εκκλησίας. Και το δικό Του αρχιερατικό αξίωμα συνεχίζεται δια μέσου του θεσμού της ιερωσύνης.

Η ιερωσύνη ως αποστολή νοούμενη είναι πρωτίστως έργο αγάπης· αγάπης προς τον Χριστό και αγάπης προς το ποίμνιο του Χριστού, το οποίο οι κληρικοί καλούνται να διαποιμάνουν. Όποιος δεν αγαπά ολόθερμα τον Χριστό δεν μπορεί να είναι απόστολός Του. Μόνο η αγάπη του Χριστού γεννά και συντηρεί στην καρδιά του ιερωμένου τη βαθιά συναίσθηση της ιερατικής ευθύνης του. Και με τη δύναμη που παρέχει πάλι η αγάπη του Χριστού μπορεί ο εργάτης της Εκκλησίας να υπομένει τούς κόπους και τις θλίψεις -πολλές φορές ακόμη και το διωγμό -που συνεπάγεται η γνήσια ιερατική ζωή.


4. Διακονία. 

Από τα βασικά γνωρίσματα της ιερωσύνης είναι ο διακονικός χαρακτήρας της. Η ιερωσύνη είναι "έργον διακονίας" (Εφ. 4,12), που σημαίνει ταπεινή υπηρεσία και θυσιαστική προσφορά προς τούς άλλους, τούς αδελφούς μας, τούς οποίους ως κληρικοί αναλαμβάνουμε να διακονήσουμε. Πρότυπά μας και ως προς αυτή την πλευρά του ιερατικού χαρίσματος είναι ο Κύριος Ιησούς και οι Απόστολοι Του.

Το έργο του Χριστού στον κόσμο είναι υπηρεσία και διακονία. "Ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι", είπε ο ίδιος αναφερόμενος στην αποστολή Του, "αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών" (Μαρκ. 10,45). Εν μέσω των Αποστόλων και εν μέσω της Εκκλησίας είναι και θα παραμένει "ως ο διακονών" (Λουκ. 22,27). Και ο ίδιος στη Βασιλεία Του "περιζώζεται και ανακλινεί ..., και παρελθών διακονήσει" τούς πιστούς δούλους Του (Λουκ. 12,38).

Είναι ανάγκη, λοιπόν, να επανεύρουμε και να εμβαθύνουμε στο διακονικό χαρακτήρα της ιερωσύνης· Πάνω απ' όλα είμαστε διάκονοι Ιησού Χριστού, και η ιερατική αποστολή που αναλάβαμε είναι "έργον διακονίας" ('Εφ. 4,12). Το πνεύμα διακονίας είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του ιερατικού υπουργήματος και των διαφόρων εξουσιών και αξιωμάτων του κόσμου τούτου.

Η ιερωσύνη είναι και πρέπει να παραμένει στα πρόσωπα όλων μας διακονία και ως διακονία Ιησού Χριστού και της Εκκλησίας Του, του λαού του Θεού, θα πρέπει να ασκείται. Είναι, για να θυμηθούμε τις ωραίες εκφράσεις του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, "αρετής τύπος" και όχι "αφορμή βίου", "λειτουργία υπεύθυνος" και όχι "αρχή ανεξέταστος" (Απολογ. 8, ΒΕΠΕΣ 58, 248-249).

Στο διακονικό χαρακτήρα της βρίσκεται και η αξία, η τιμή και το μεγαλείο της ιερωσύνης. Πολλοί λειτουργοί φέρουμε έναν επιστήθιο σταυρό. Αποτελεί πλάνη αν τον εκλαμβάνουμε για φανταχτερό στολίδι και τον φέρουμε επιδεικτικά. Ο επιστήθιος σταυρός είναι κατ' εξοχήν σύμβολο αυταπάρνησης, προσφοράς και διακονίας. Και ο κληρικός που τον φέρει θα πρέπει να έχει προ οφθαλμών πολύ περισσότερο το βάρος και την ευθύνη της ιερατικής διακονίας που επωμίστηκε, παρά την τιμή και τη διάκριση που η σταυροφορία δείχνει.


5. Έργο.

Η ιερωσύνη, τέλος, είναι έ ρ γ ο ν, δηλαδή εργασία. Και αν κάθε έργο προϋποθέτει αίσθημα ευθύνης, ζήλο, κόπο και μόχθο, πολύ περισσότερο η ιερωσύνη. Είναι έ ρ γ ο Θ ε ο ύ, έργο που κατά τον Χρυσόστομο "αυτής άπτεται της ψυχής και διαβαίνει τούς ουρανούς" (Περί ιερωσύνης λογ. 3,5 ΡG 48, 643). Η φύση αυτή της ιερατικής διακονίας, ότι δηλαδή είναι έργο Θεού και ότι ενώ ασκείται στη γη οι συνέπειές της έχουν αιώνες προεκτάσεις, απαιτεί από αυτούς που την επωμίζονται να την διεξάγουν με βαθύ αίσθημα ευθύνης και να μη φείδονται κόπων και θυσιών για την πληρέστερη και αποτελεσματικώτερη άσκησή τους.

Συχνά ο Κύριος ονομάζει την αποστολή Του έργον. Αυτό γίνεται κυρίως στο τέταρτο Ευαγγέλιο ('Ιω. 4, 34, 36 9,4 10, 37-38). Η ομολογία επίσης που κάνει ο Ιησούς στην αρχιερατική Του προσευχή είναι: "το έργον ετελείωσα ο δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω" (Ιω. 17,4). Είναι φανερό ότι ως έργο ο Χριστός εννοεί τη σωτηρία του κόσμου, τον θεμελιώδη δηλαδή σκοπό για τον οποίο ενανθρώπησε.

Με την ίδια σημασία χρησιμοποιεί τον όρο και ο απόστολος Παύλος (Α´ Κορ. 3, 13-15). Η αποστολή του στο κήρυγμα είναι "έργον Κυρίου" (Α´ Κορ. 16, 10). Η ύπαρξη της χριστιανικής κοινότητος της Κορίνθου ήταν το "εν Κυρίω έργον" του Αποστόλου, δηλαδή ο καρπός του ιεραποστολικού του μόχθου. Και ο Τιμόθεος προτρέπεται να ασκήσει έργο ευαγγελιστή: "έργον ποίησον ευαγγελιστού" (Β´ Τιμ. 4,5).

Έργο, λοιπόν, είναι και η ιερωσύνη ένα έργο υπεύθυνο, λεπτό και κοπιώδες. Στο πρόσωπο του καλού ποιμένος, του Αρχιποίμενος Κυρίου, ο κόπος του έργου και ο βαθμός προσφοράς φθάνει μέχρι την αυτοθυσία (Ιω. 10, 11). Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στη ζωή των Αποστόλων. Υπηρέτησαν το κήρυγμα του Ευαγγελίου "εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς, εν ακαταστασίαις, ε ν κ ό π ο ι ς ....." (Β´ Κορ. 6, 4-5). Συχνά ο απόστολος Παύλος υπενθυμίζει στούς παραλήπτες των επιστολών του τον κόπο και το μόχθο που δοκίμαζε εργαζόμενος για την εξάπλωση του Ευαγγελίου του Χριστού (Α´ Κορ. 15, 10, 58 Γαλ. 4,11 Κολ. 1,29 Α´ Θεσσ. 3,5). Ο κόπος και ο μόχθος που κατέβαλαν και οι ιδρώτες που έχυσαν οι Απόστολοι, πότισαν τον σπόρο του θείου λόγου και συνείργησαν στην αύξηση και την καρποφορία της εκκλησιαστικής σποράς.

Ένα γνήσιο ιερατικό ήθος εμπερικλείει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ιερωσύνη ως έργον: το πνεύμα της αυταπάρνησης, την αποστολική κακοπάθεια, το βαθύ αίσθημα ευθύνης, την ακατάβλητη εργατικότητα. Η ιερωσύνη δεν μας δίνει το δικαίωμα να διεκδικούμε τιμές, προνόμια και ανέσεις. Αποτελεί έργον που συνεπάγεται κόπους, θυσίες και όχι σπάνια τη χλεύη και το διωγμό του κόσμου.

Αν η ιερωσύνη είναι έργον, τότε και οι κληρικοί είναι οι εργάτες της Εκκλησίας, οι εργάτες του θείου αμπελώνος (πρβλ. Ματθ. 20, 1-16), οι εργάτες που ο Κύριος "εκβάλλει εις τον θερισμόν αυτού" (Ματθ. 9, 37-38. Πρβλ. Ιω. 4, 35-38).


(Από το βιβλίο του Αρχιμ. Συμεών Π. Κούτσα, νυν Μητροπολίτου Ν. Σμύρνης, "Ο Κληρικός και η Ιερωσύνη του") 
αναδημοσίευση απο  http://www.ecclesia.gr/greek/news/ieratikes/ierosyni.html

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Oι Πατέρες της Εκκλησίας για την Ιεροσύνη.

 Ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνα θεοΐδρυτο Μυστήριο. Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στον Ἀπολογητικό Λόγο (ἤ Περί Ἱερωσύνης) Κεφ. 2.3 χαρακτηριστικά λέγει:
«Ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις διέταξεν ὁ Θεός, τούς μέν ποιμαίνεσθαί τε καί ἄρχεσθαι, τούς δέ εἶναι ποιμένας καί διδασκάλους πρός τόν καταρτισμόν τῆς ἔκκλησίας.»
«Ὁ Θεός καθόρισε γιά την Ἐκκλησία οἱ μεν πιστοί να ποιμαίνονται και να διοικοῦνται, ἑνῷ οἱ κληρικοί να εἶναι ποιμένες και διδάσκαλοι για τον καταρτισμό τῶν μελῶν της Ἐκκλησίας.»
Ἡ ἱερωσύνη εἶναι διακονία ἀνθρώπινη, ἡ ὁποῖα συνδέει τον ἀνθρωπο με το Θεό. Ὁ Ἁγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης γράφει σε μία ἀπό τις ἐπιστολές του που ἔχουν διασωθῆ: 
«Τῆς Θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ ἱερωσύνη ὥσπερ μέση καθέστηκεν, ἵνα τήν μεν θεραπεύῃ, τῇ δε μεταβολήν ἐργάζηται κρείττονα»
«Η ιερωσύνη, όντας ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη φύση, Εκείνην μεν λειτουργικά υπηρετεί, για την άλλη δε με το έργο που επιτελεί την πρόοδό της επιτυγχάνει.»

Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Σκόπει, ὅση τῶν ἱερέων ἡ δύναμις, ἐννόησον τό βάπτισμα, τῶν ἁμαρτιῶν τήν ἄφεσιν, τήν υἱοθεσίαν, τά μυστήρια, τά μυρία ἀγαθά, ἅ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τούτων σοί παραγίγνεται καί διά τῆς ἐπικλήσεως τῆς ὑπό τούτων γινομένης»
«Πρόσεξε, πόση είναι η δύναμη των ιερέων, βάλε με το νού σου το βάπτισμα, την άφεση των αμαρτιών, τη θεία υιοθεσία, τα υπόλοιπα μυστήρια, χιλιάδες ευεργεσίες τις οποίες απολαμβάνεις με την επίθεση των χειρών τους στην κεφαλή σου και τις ευχές προς το Θεό για χάρη σου.»
Ο ίδιος πατέρας πάλιν λέγει:
«Πατήρ καί Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ, ὁ δε ἱερεύς τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶτταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα.»
«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, δηλ. ο Τριαδικός Θεός φροντίζει για όλα. Ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και παρέχει τα χέρια του(για την τέλεση των μυστηρίων)».
Ο δε νεώτερος διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Νεκτάριος, επίσκοπος Πενταπόλεως στην «Ποιμαντική» του γράφει:

«Διά τῆς ἱερωσύνης οἱ ἄνθρωποι χοϊκοί ὄντες, τάξιν ἐπουρανίων λαμβάνουσιν ταγμάτων, καί λειτουργικά ἀποβαίνουσι πνεύματα, καί μέλη τῆς ὑπερκοσμίου ἱεραρχίας καί ὡς ἀγγελοι Θεού τό θεῖον θεραπεύουσι. Διά τῆς ἱερωσύνης, ὡς ἐν οὐρανῷ κοσμεῖται τά ἐπίγεια καί ἡ γῆ ἐπικλίνει. Ἄγγελοι τοῖς ἀνθρώποις συνάπτονται πρός ὑμνωδίαν καί ἄνθρωποι μετά ἀγγέλων τόν Θεόν δοξάζουσιν.»
«Διά της ιερωσύνης, οι άνθρωποι παρά το γεγονός ότι έχουν γήινη προέλευση, συγκαταλέγονται με τα ουράνια τάγματα και αναδεικνύονται λειτουργοί και μέλη της ουράνιας ιεραρχίας και προσφέρουν τη λατρεία προς το Θεό, όπως οι άγγελοι.
Δια της ιερωσύνης λαμπρύνονται τα επίγεια με ουράνια δόξα και η γη ανυψώνεται προς τον ουρανό, ενώ ο ουρανός κάμπτει προς τη γη. Στην υμνωδία οι αγγελικές φωνές ενώνονται με τις ανθρώπινες και οι άνθρωποι μαζί με τους αγγέλους δοξάζουν το Θεό.»

Το Άγιο Πνεύμα πηγή δυνάμεως της ιερωσύνης.

Ομόφωνη είναι η γνώμη όλων των Πατέρων της Εκκλησίας μας ότι η ιερωσύνη πηγάζει από τη χάρη της Πεντηκοστής, δηλ. από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, από όπου ο ιερεύς λαμβάνει και τη δύναμή του. Έτσι ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στο λόγο του «Εις την Πεντηκοστήν»:

«Διά τῆς τῶν ἀποστόλων χειροτονίας ἐπί τούς αὐτῶν διαδόχους, καί ἀπό τούτων ἐφ’ ἑτέρους πάλιν καί ἐφ’ ἑξῆς ἡ τοῦ Θείου Πνεύματος διαδιδομένη χάρις διά πάσης διῄκει γενεάς καί φωτίζει πάντας τούς πειθομένους τοῖς πνευματικοῖς ποιμέσι διδασκάλοις».
«Διά της επιθέσεως των χειρών των Αγίων Αποστόλων εις τους διαδόχους τους και από αυτούς εις άλλους και εφ’ εξής, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος περνά από γενεάς εις γενεάν και φωτίζει όλους, όσοι υπακούουν στους πνευματικούς ποιμένες και διδασκάλους» 

Ο Μ. Αθανάσιος στο «Υπόμνημα εις τους Ψαλμούς»:

«Χρίσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἱεράτευμα προσάγει».
«Η Χρίση του Αγ. Πνεύματος προσφέρει την ιερωσύνη».

Ο Άγιος Κύριλλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας στο «Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο»:

«Τοῖς εἰς θείαν ἀποστολήν προχειριζομένοις ἡ τοῦ Πνεύματος δόσις ἀναγκαίως ἀκολουθεῖ».
«Η βοήθεια του Αγ. Πνεύματος υποχρεωτικά ακολουθεί όσους έχουν επιλεγεί στη θεία αποστολή».

Ο Ιερός Χρυσόστομος στους «Περί Ιερωσύνης λόγους»:

«Οὐκ ἄνθρωπος, οὐκ ἄγγελος, οὐκ ἀρχάγγελος, οὐκ ἄλλη τις κτιστή δύναμις, ἀλλ’ αὐτός ὁ Παράκλητος ταύτην διετάξατο τήν ἀκολουθίαν».
«Ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε άλλη κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος καθώρισε αυτή την τάξη (της ιερωσύνης)».

Ο Άγ. Κύριλλος Πατριάρχης Ιεροσολύμων στις «Κατηχήσεις»:

«Ἄνθρωποι μεν ὑπηρετοῦσιν εἰς τό φαινόμενον, Πνεῦμα δε Ἅγιον δίδωσι τό μή φαινόμενον».
«Άνθρωποι είναι εκείνοι που προσφέρουν τις αισθητές υπηρεσίες των μυστηρίων, το Άγιο Πνεύμα όμως προσφέρει τα μη αισθητά δηλ. τη Θεία Χάρη».
Και

«Οὐκ ἐξ ἀνθρώπων ἡ χάρις, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ, δι’ ἀνθρώπων ἡ δόσις».
«Η Χάρη (των μυστηρίων) δεν προέρχεται από τους ανθρώπους, αλλά από το Θεό, δίδεται όμως διά των ανθρώπων (διά της ιερωσύνης)».

Οι ιερείς απευθυνόμενοι στους πιστούς της Αγίας μας Εκκλησίας, εξ’ ονόματος του Χριστού ομιλούν και με τη δύναμή του ενεργούν.

Ο Ιερός Χρυσόστομος στην ερμηνεία του της β’ προς Τιμόθεον Επιστολής του Απ. Παύλου γράφει:

«Οὐκ οἶδας τί ἐστίν ὁ ἱερεύς; Ἄγγελος Κυρίου ἐστί˙ μή γάρ τά ἑαυτοῦ λέγει; Εἰ καταφρονεῖς αὐτοῦ οὐκ αὐτοῦ καταφρονεῖς ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Καί πόθεν δῆ ὅτι Θεός ἐχειροτόνησεν αὐτόν, φησίν. Εἰ γάρ μηδέν ἐνεργεῖ ὁ Θεός δι’ αὐτοῦ, οὔτε λουτρόν ἔχεις, οὔτε μυστηρίων μετέχεις, οὔτε εὐλογιῶν ἀπολαύεις˙ οὐκ ἄρα Χριστιανός εἶ».
«Δεν γνωρίζεις τι είναι ο ιερέας; Είναι ο αγγελιοφόρος του Κυρίου˙ διότι μήπως λέγει δικά του πράγματα; Εάν τον υποτιμάς, ουσιαστικά δεν υποτιμάς αυτόν αλλά το Θεό. Και πως γίνεται γνωστό ότι ο Θεός τον χειροτόνησε, καθώς λέγεται: Εάν δεν ενεργεί ο Θεός δι’ αυτών, ούτε πνευματικό καθαρισμό έχεις, ούτε των ιερών μυστηρίων μπορείς να μετέχεις, ούτε χαίρεσαι τις ευεργεσίες των ευλογιών˙ άρα δεν είσαι κάν Χριστιανός».

Ο σοφός εκκλησιαστικός συγγραφεύς Ωριγένης στο έργο του «Περί Προσευχής» ειδικά για την εξουσία των ιερέων να συγχωρούν αμαρτίες γράφει:

«Οἱ τοῖς ἀποστόλοις ὡμοιωμένοι ἱερεῖς ὄντες κατά τόν μέγα ἀρχιερέα, ἐπιστήμην λαβόντες τῆς τοῦ Θεοῦ θεραπείας, ἴσασιν, ὑπό τοῦ Πνεύματος διδασκόμενοι, περί ὧν χρή ἀναφέρειν θυσίας ἁμαρτημάτων καί πότε καί τίνα τρόπον καί γιγνώσκουσι περί ὧν οὐ χρή τοῦτο ποιεῖν».
«Οι ιερείς, οι οποίοι έχουν λάβει αξία ίση με την αποστολική τιμή, έχοντας καταρτισθή ως λειτουργικά πρόσωπα στο έργο της λατρείας του Θεού, καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα γνωρίζουν πότε θα δώσουν ευχάς για τη συγχώρηση αμαρτημάτων και πότε δεν πρέπει να πράξουν τούτο».

Αλλά και ο Άγ. Αναστάσιος ο Σιναΐτης με το δικό του τρόπο διατυπώνει την ίδια αλήθεια:

«Μεσίτης τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων ὁ ἱερεύς τυγχάνει καί ὑπέρ ἀφέσεως τῶν τοῦ πλήθους ἁμαρτιῶν Θεόν ἐξιλεοῦται».
«Ο ιερεύς ευρίσκεται ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους μεσίτης και προσεύχεται στο Θεό για την άφεση των αμαρτιών των πιστών».

Ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην ερμηνεία του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου θυμίζει, ότι οι ιερείς κατέχουν την ιερατική πνευματική εξουσία και δύναμη μέσῳ της αποστολικής διαδοχής.

«Ἐπί τῆς Χριστοῦ καθέδρας ἐκάθισαν οἱ ἱερείς, τήν γαρ ἐκείνου διεδέξαντο διδασκαλίαν».
«Οι ιερείς κάθονται στο θρόνο του Χριστού, διότι στο έργο της διδασκαλίας εκείνον έχουν διαδεχθή».

Ο Ίδιος Πατήρ της Εκκλησίας μας στους «Περί Ιερωσύνης» λόγους του λέγει:

«Μείζονα τοῖς ἱερεῦσι ἔδωκε δύναμιν τῶν φυσικῶν γονέων ὁ Θεός, καί τοσοῦτον ἀμφοτέρων τό διάφορον ὅσον τῆς παρούσης καί τῆς μελλούσης ζωής˙ οἱ μέν γαρ εἰς ταύτην, οἰ δέ εἰς ἐκείνην γεννῶσι».

«Η πνευματική δύναμη, την οποία έδωσε ο Θεός στους ιερείς, είναι μεγαλύτερη από εκείνη που χορήγησε στους φυσικούς γονείς μας. Η διαφορά μεταξύ των δύο δωρεών είναι τόσο μεγάλη, όσο διαφέρει η παρούσα ζωή από την αιώνια. Διότι οι μεν (φυσικοί γονείς) μας γεννούν στη φυσική ζωή, οι δε (ιερείς) στη μέλλουσα ζωή».

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με τα ιερά μυστήρια, γράφει για το μυστήριο της χειροτονίας:

«Ἡ χειροτονία τήν ἐξουσίαν παρέχει καί δύναμιν τοῦ ποιήσαντος»
«Η χειροτονία παρέχει στον ιερέα την εξουσία και δύναμη του Δημιουργού».

Ο δε Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους προαναφερθέντες «Περί Ιερωσύνης» λόγους του κάνει την εξής σύγκριση:

«Ἐξουσίαν ἔλαβον ἥν οὔτε ἀγγέλοις οὔτε ἀρχαγγέλοις ἔδωκεν ὁ Θεός».
«Οι ιερείς έλαβαν εξουσία τέτοια, την οποία ο Θεός ούτε στους αγγέλους, ούτε στους αρχαγγέλους έδωσε». 

πηγή: http://www.ecclesia.gr/greek/news/ieratikes/pateres.html

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

ΔΙΔΑΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία, κυκλοφορούσαν πολλά κείμενα γραμμένα από Χριστιανούς, τα οποία περιείχαν συλλογές λόγων του Κυρίου Ιησού Χριστού και των Αποστόλων, με δεδομένο ότι ακόμα δεν υπήρχε καν ούτε η Αγία Γραφή ως εγκεκριμένη Χριστιανική συλλογή. Το ότι πολλά κείμενα δεν εγκρίθηκαν από την Εκκλησία ως μέρος της Αγίας Γραφής, μπορεί να μην τους δίνει το Δογματικό κύρος της Αγίας Γραφής, αλλά δεν τους στερεί την ιστορική αξία. Από τα ανευρεθέντα και διασωθέντα αυτά κείμενα, ιδιαίτερη ιστορική σημασία έχει και η Διδαχή των Αποστόλων, λόγω της αρχαιότητάς της, (70 - 100 μ.Χ.), που μας δίνει πληροφορίες για την άμεση μετα-αποστολική εποχή, για το πώς περίπου αντιλαμβάνονταν οι Χριστιανοί της εποχής εκείνης τη Χριστιανική πίστη. Προς καταισχύνη διαφόρων Προτεσταντικών αιρέσεων, στο ιστορικό αυτό κείμενο, είναι προφανή τα εξής βασικά σημεία: α. Η ομολογία του βαπτίσματος στην Αγία Τριάδα, και η τριπλή επανάληψή του. β. Η Εκκλησιαστική νηστεία κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. γ. Η καθημερινή Θεία Ευχαριστία, και ειδικά κάθε Κυριακή, ο τρόπος της Λειτουργίας αυτής στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία, και η αναφορά της ως "Λειτουργία" Οι πρώτοι τελούντες την Θεία αυτή Ευχαριστία,είναι οι "προφήτες", εκ των οποίων προέκυψαν οι Επίσκοποι της αμέσως επόμενης γενιάς Χριστιανών. Για τους προφήτες έχουμε εδώ την πληρέστερη γνωστή πηγή του ρόλου τους στην Εκκλησία, και μας βοηθάει να κατανοήσουμε πώς προέκυψαν οι Επίσκοποι μετά από τη μεταβατική ομάδα των Προφητών. δ. Η πρώτη γνωστή αναφορά από την εποχή της Καινής Διαθήκης σε ιερατείο ε. Βρίσκουμε το δίδυμο: "επισκόπους" και "διακόνους", κάτι που αντιστοιχεί στο Αγιογραφικό "Πρεσβυτέρους και Διακόνους", μια και στην αρχαιότατη αυτή προχριστιανική εποχή, ο όρος "επίσκοπος" δεν είχε ακόμα διαχωρισθεί από τον όρο "πρεσβύτερος", κάτι που το βρίσκουμε πλέον σαφώς διαχωρισμένο λίγα μόλις χρόνια αργότερα, στις επιστολές του αγίου Ιγνατίου (προ του 107 π.Χ.). Και παρατηρούμε ακόμα το ότι χειροτονούνταν, και δεν "διορίζονταν" απλώς, όπως συνηθίζουν σύγχρονες αιρέσεις. στ. Σε σωτηριολογικό επίπεδο τώρα, παρατηρούμε την ίδια Ορθόδοξη πίστη για πορεία προς την τελείωση (και όχι την απλή ένταξη "κάπου", του Προτεσταντισμού), τη σωτηριολογική σημασία του βαπτίσματος, που χωρίς αυτό κάποιος δεν μπορεί να κοινωνήσει καν, και βρίσκουμε και την Ορθόδοξη πίστη για το δοκιμαστικό πυρ της Μέλλουσας κρίσεως, κάτι εντελώς διαφορετικό και από το Παπικό Καθαρτήριο, και από την Προτεσταντική κόλαση βασανισμού. ζ. Σημαντική είναι και η αναφορά στην έννοια των "σημείων" της 2ας Παρουσίας, δείχνοντας ότι είναι σημεία της ίδιας εποχής, και καμία σχέση δεν έχουν με τα δεινά της ιστορίας, που ισχυρίζονται σύγχρονες Προτεσταντικές αιρέσεις. Ομοίως και ο Αντίχριστος αναφέρεται ως πρόσωπο, και όχι ως "ομάδα", όπως ισχυρίζονται τέτοιες ομάδες. πηγή pentapostagma.gr.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος λα' Ο ΛΑ ' Λόγος είναι ο σπουδαιότερος από τους Θεολογικούς Λόγους του αγ. Γρηγορίου. Εκφωνήθηκε στο ναό της αγ. Αναστασiας στην Κωνσταντινούπολη, το 380, πιθανόν κατά το διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου. Είναι η πρώτη φορά που σε ειδική πραγματεία, αφιερωμένη στο άγιο Πνεύμα, ομολογείται και καταδεικνύεται η θεότητα και το ομοούσιο του αγ. Πνεύματος. Ο Γρηγόριος διακηρύσσει την ορθή πίστη της Εκκλησίας ότι «εκ φωτός του Πατρός φως καταλαμβάνοντες τον Υιόν εν φωτί τω Πνεύματι». Καταρρίπτει, στη συνέχεια, τους συλλογισμούς των αιρετικών Πνευματομάχων με θεολογικά επιχειρήματα και τέλος, απαντώντας στο επιχείρημα ότι στην αγία Γραφή δεν δηλώνεται ρητά η θεότητα του Πνεύματος, παραθέτει πλήθος χωρίων, όπου υποδεικνύεται η θεότητα του Πνεύματος . Αλλά και το ίδιο το Πνεύμα τώρα, σύμφωνα με το Γρηγόριο, φανερώνει στούς αξίους βαθύτερα και σαφέστερα οτι είναι Θεός, ένα από τα τρία πρόσωπα της μιας θεότητας. 3. Εκείνοι, λοιπόν, oι οποίοι είναι δυσαρεστημένοι και με σφοδρότητα υπερασπίζονται το «γράμμα», επειδή εμείς τάχα εισάγουμε κάποιον ξένο και παρείσακτο Θεό, να ξέρουν καλά ότι φοβούνται εκεί που δεν υπάρχει φόβος. Και ας γνωρίζουν σαφώς, ότι κάλυμμα της ασέβειάς τους είναι η φιλία του «γράμματος», όπως θα φανεί εντός ολίγου, όταν, όσο είναι δυνατόν, θα ανατρέψουμε τα επιχειρήματά τους. Εμείς βέβαια έχουμε τόση πίστη στη θεότητα του Πνεύματος, το οποίο λατρεύουμε, ώστε από Αυτό θ' αρχίσουμε το λόγο για το Θεό, αναφέροντας τις ίδιες εκφράσεις για την Τριάδα, έστω κι αν φανεί σε μερικούς πολύ τολμηρό. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο Πατέρας. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο Υιός. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο άλλος Παράκλητος· «ήταν» και «ήταν» και «ήταν»· όμως ένα «ήταν» υπάρχει. «Φως» και «φως» και «φώς», αλλά ένα φως, ένας Θεός. Αυτό είναι εκείνο που ο Δαβίδ παλαιότερα κατανόησε, όταν έλεγε· «στο φως σου θα δούμε το φως». Και τώρα εμείς και έχουμε ιδεί και διακηρύσσουμε ότι κατανοούμε τον Υιό ως φως που προέρχεται από φως, τον Πατέρα, μέσα στο φως, του Πνεύματος. Έτσι έχουμε μια σύντομη και απλή θεολογία για την Τριάδα. Όποιος θέλει να περιφρονήσει όσα λέμε, ας τα περιφρονήσει. Κι όποιος θέλει ν' αμαρτάνει, ας αμαρτάνει· εμείς κηρύσσουμε αυτό που έχουμε καταλάβει καλά. Και αν από εδώ κάτω δεν ακουγόμαστε, σε υψηλό βουνό θ' ανεβούμε και θα φωνάξουμε. Θα «υψώσουμε» το Πνεύμα, δεν θα φοβηθούμε. Και αν φοβηθούμε, (αυτό θα γίνει) όχι την ώρα που κηρύσσουμε, αλλά όταν σιωπούμε (ησυχάζουμε). 4. Αν υπήρξε χρόνος κατά τον οποίο δεν υπήρχε ο Πατήρ, αλλο τόσο υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ο Υιός. Και αν υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ο Υιός, τότε υπήρξε χρόνος που δεν υπήρχε ούτε το άγιο Πνεύμα. Αν το ένα υπήρχε από την αρχή, τότε και τα τρία υπήρξαν το ίδιο. Τολμώ να πω, πως αν το ένα υποβιβάσεις, ούτε τα άλλα δύο να εξυψώσεις. Ποια άραγε ωφέλεια υπάρχει από μία ατελή θεότητα; Ακόμη περισσότερο, τι είδους θεότητα είναι αυτή, αν δεν είναι τέλεια; Κατά κάποιον τρόπο δεν υπάρχει, εάν δεν έχει την αγιότητα· και πώς θα την έχει, αν δεν έχει το Πνεύμα; Εκτός εάν υπάρχει άλλη αγιότητα εκτός από το Πνεύμα· ας μας πει κάποιος πως αυτή κατανοείται αλλιώς. Αν όμως η αγιότητα είναι το Πνεύμα, πώς τότε δεν υπήρχε από την αρχή; Σαν να ήταν καλλίτερο για τον Θεό να υπήρξε ποτέ ατελής και χωρίς το Πνεύμα. Αν δεν υπήρξε από την αρχή το Πνεύμα, τότε τοποθετείται στην ίδια κατηγορία με μένα, ακόμη κι αν δημιουργήθηκε λίγο πριν από μένα. Διότι ως προς το χρόνο εμείς αντιδιαστελλόμαστε από τον Θεό. Εάν τοποθετείται το Πνεύμα στην ίδια κατηγορία με μένα, πώς εμένα με θεοποιεί ή πώς με ενώνει με τη θεότητα; 5. Όμως θ' ασχοληθώ για χάρη σου λίγο περισσότερο με το θέμα αυτό. Όσα έχουν σχέση βέβαια με την αγία Τριάδα επεξηγήσαμε και προηγουμένως. Oι Σαδδουκαίοι κατ' αρχήν, νόμισαν ότι δεν υπάρχει καθόλου το άγιο Πνεύμα, ούτε βέβαια άγγελοι, ούτε ανάσταση· δεν ξέρω γιατί περιφρόνησαν εντελώς τις τόσες μαρτυρίες της Παλαιάς Διαθήκης. Από τους Έλληνες πάλι, oι περισσότεροι θεολόγοι και όσοι βρίσκονται πιο κοντά στη δική μας αλήθεια, το συνέλαβαν με τη φαντασία τους, όπως μου φαίνεται· σχετικά όμως με την ονομασία του διαφοροποιήθηκαν, καλώντας το «νου του παντός» και «θύραθεν νου» και άλλες σχετικές ονομασίες. Από τους δικούς μας σοφούς τώρα, άλλοι το εξέλαβαν ως ενέργεια, άλλοι ως κτίσμα, αλλοι ως Θεό και άλλοι δεν ξέρουν πιο από τα δύο αυτά, σεβόμενοι τη Γραφή, διότι, όπως ισχυρίζονται, δεν φανέρωσε καθαρά ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και γι' αυτό ούτε το σέβονται, ούτε το περιφρονούν, κρατώντας κάπως μία μέση στάση γι' αυτό, μάλλον όμως πολύ άθλια. Απ' όσους πάλι το θεώρησαν Θεό, άλλοι είναι ευσεβείς μόνο μέχρι τη σκέψη, ενώ άλλοι τολμούν να εκφράζουν την ευσέβεια και με τα χείλη. Άκουσα ακόμη άλλους σοφότερους ν' αξιολογούν τη θεότητα. Αυτοί λοιπόν, όπως και μεις, τρία ομολογούν με ττ νου τους ότι υπάρχουν, τόσο όμως διαχωρίζονται μεταξύ τους, ώστε το μεν ένα (δηλ. τον Πατέρα) και ως προς την ουσία και ως προς τη δύναμη να παρουσιάζουν αόριστο· το άλλο (τον Υιό), ως προς τη δύναμη, όχι όμως ως προς την ουσία· το τρίτο (το Πνεύμα) και ως προς τα δύο περιγραπτό· με άλλον τρόπο μιμούνται αυτούς που ονομάζουν «δημιουργό» και «συνεργό» και «λειτουργό» τα πρόσωπα, εκλαμβάνοντας τη σειρά των ονομάτων και διαβάθμιση των προσώπων που αντιπροσωπεύουν. 7. Εδώ ο δικός σου λόγος· oι σφενδόνες ας μπουν σε δράση, oι συλλογισμοί ας γίνουν περίπλοκοι. Οπωσδήποτε, ή αγέννητο είναι το Πνεύμα ή γεννητό. Και αν είναι αγέννητο, τότε δύο είναι τα άναρχα. Εάν πάλι είναι γεννητό, πάλι θα υποδιαιρέσεις· ή από τον Πατέρα προέρχεται τούτο, ή από τον Υιό. Και αν βέβαια γεννιέται από τον Πατέρα, τότε υπάρχουν δύο γιοι και αδελφοί. Αν θέλεις, φτιάξε τους και διδύμους, ή τον ένα μεγαλύτερο και τον άλλο νεώτερο, αφού είσαι τόσο φιλοσώματος. Εάν πάλι έχει φανεί από τον Υιό, λέγει, μας φανερώνεται και Θεός-εγγονός! Τι πιο παράξενο από αυτό θα μπορούσε να υπάρξει; Αυτή είναι η γλώσσα όσων είναι σοφοί στο να πράττουν το κακό, μη θέλοντας να γράφουν τα καλά. Όμως εγώ, αν έβλεπα ότι είναι αναγκαία η διαίρεση, θα δεχόμουν τις πραγματικότητες που εκφράζει, χωρίς να φοβάμαι να τις κατονομάσω. Ούτε όμως, επειδή ο Υιός είναι Υιός σύμφωνα με κάποια ανώτερη σχέση που έχουν μεταξύ τους, εξαιτίας του ότι δεν θα μπορούσαμε με άλλο τρόπο παρά μόνο έτσι να δείξουμε ότι προέρχεται από τον Θεό και είναι ομοούσιος, πρέπει να νομισθεί ότι είναι απαραίτητο όλες τις επίγειες ονομασίες και μάλιστα αυτές που δηλώνουν συγγένεια, να τις μεταφέρουμε στο Θεό. Ή μήπως θα εκλάβεις και αρσενικού γένους τον Θεό σύμφωνα με τον λόγο αυτό, επειδή ονομάζεται Θεός και Πατήρ; και ως κάποιο θηλυκό τη θεότητα, σύμφωνα με το γένος των λέξεων και ουδέτερο το Πνεύμα, επειδή δεν γεννάει; Κι αν μας πεις και αυτό το κωμικό, ότι δηλαδή ο Θεός γέννησε τον Υιό αφού συνενώθηκε με τη θέλησή του, σύμφωνα με κάποιες παλιές ανοησίες και μυθοπλασίες, τότε μας εισήχθη κάποιος αρσενικοθήλυκος Θεός του Μαρκίωνα και του Ουαλεντίνου, ο οποίος εφεύρε με το νού του τους νέους αιώνες. 8. Αφού λοιπόν δεν δεχόμαστε την πρώτη σου διαίρεση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο μεταξύ αγέννητου και γεννητού, αμέσως χάνονται μαζί με την περίφημη διαίρεσή σου oι αδελφοί και oι εγγονοί, oι οποίοι χάθηκαν, όπως ακριβώς ενός πολυπλόκου δεσμού του οποίου, αφού λύθηκε ο πρώτος κόμπος και υποχώρησαν μαζί, μη έχοντας θέση πλέον στη θεολογία. Πού τάχα θα τοποθετήσεις το εκπορευτό, πες μου, το οποίο διαφαίνεται στο μέσον της δικής σου διαιρέσεως και το οποίο εισάγεται από κάποιον καλύτερο από σένα θεολόγο, το Σωτήρα μας; Εκτός εάν τη φράση εκείνη που λέγει: «Το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα», την έβγαλες απο τα δικά σου ευαγγέλια για να φτιάξεις μια τρίτη δική σου Διαθήκη· το οποίο, εφόσον εκπορεύεται από εκεί, δεν είναι κτίσμα· εφόσον πάλι δεν είναι γεννητό, δεν είναι Υιός· εφόσον, τέλος, βρίσκεται στο μέσον μεταξύ αγεννήτου καί γεννητοϋ, είναι ο Θεός. Και έτσι, πιο ισχυρός από τις διαιρέσεις σου. Τι είναι αυτή η εκπόρευση; Πες μου εσύ τι είναι η αγεννησία του Πατρός, κι εγώ θα σου εξηγήσω τη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος και θα παραφρονήσουμε και oι δύο καθώς θα ζητάμε να εξερευνήσουμε τα μυστήρια του Θεού. Και αυτά ποιοί θα τα κάνουν; Εμείς, oι οποίοι δεν μπορούμε ούτε αυτά που βρίσκονται στα πόδια μας να εννοήσουμε, ούτε την άμμο των θαλασσών και τις σταγόνες της βροχής και τις ημέρες της αιωνιότητας να υπολογίσουμε, ακόμη περισσότερο δε, να εισέλθουμε στα βάθη του Θεού και να κάνουμε λόγο για την άρρητη και πέρα από κάθε λογική κατανόηση φύση του Θεού. 9. Τι λοιπόν είναι αυτό, λέγει, το οποίο λείπει από το Πνεύμα για να είναι αυτό Υιός; Διότι αν δεν έλειπε κάτι, θα ήταν Υιός. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι δεν του λείπει τίποτε· διότι δεν είναι ελλειπής ο Θεός. Ο τρόπος της φανερώσεως, για να το πω έτσι, ή η διαφορά της σχέσεως που έχουν μεταξύ τους, δημιουργεί και τη διαφορά που έχουν στην ονομασία τους. Διότι τίποτε δεν λείπει από τον Υιό για να είναι Πατέρας -εφόσον δεν είναι έλλειψη η υιότητα-, αλλά παρά ταύτα δεν είναι Πατέρας. Ή δεν λείπει κάτι από τον Πατέρα για να είναι Υιός· δεν είναι όμως Υιός ο Πατέρας. Αλλά oι όροι αυτοί δεν εκφράζουν κάποια έλλειψη, ούτε ελάττωση κατά την ουσία. Αυτό το ότι «δεν έχει γεννηθεί» Τον μεν Πατέρα, το ότι «έχει γεννηθεί» Τον δε Υιό και το ότι «εκπορεύεται» αυτό το οποίο ακριβώς λέγεται άγιο Πνεύμα ονόμασε, για να διασώζεται το ασύγχυτο των τριών υποστάσεων μέσα και στη μία φύση και το ένα μεγαλείο της θεότητας. Ούτε πράγματι ο Υιός είναι Πατέρας, διότι ένας είναι ο Πατέρας, αλλά είναι ότι είναι ο Πατέρας. Ούτε το Πνεύμα είναι Υιός, αν και προέρχεται από τον Θεό, διότι ένας είναι ο Μονογενής, αλλά είναι ό,τι ο Υιός. Ένα είναι και τα τρία, ως προς τη θεότητα, και το ένα είναι τρία ως προς τις ιδιότητες· έτσι ώστε, ούτε το ένα είναι όπως το κατανοούσε ο Σαβέλλιος, ούτε τα τρία να είναι της τωρινής πονηρής διαιρέσεως. 10. Τι λοιπόν; Είναι Θεός το Πνεύμα; Βεβαιότατα. Και τι άλλο, είναι ομοούσιο; Ασφαλώς, εφόσον είναι Θεός. 12. Αλλά ποιος προσκύνησε ποτέ το Πνεύμα; ίσχυρίζεται (ο αιρετικός). Ποιος (από τους αγίους) της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης; Ποιος προσευχήθηκε σ' αυτό; Πού είναι γραμμένο ότι πρέπει να το προσκυνούμε ή να προσευχόμαστε σ' αυτό; Και από πού το έχεις πάρει; Την πιο πλήρη αιτιολόγηση θα τη δώσουμε αργότερα, όταν συζητήσουμε για τις αλήθειες της πίστεως που δεν απαντουν στην Γραφή. Τώρα θα είναι αρκετό να πούμε μόνο αυτό: Το Πνεύμα είναι αυτό, μέσα από το οποίο προσκυνούμε τον Θεό και με τη βοήθεια του οποίου προσευχόμαστε. Διότι Πνεύμα λέγει η Γραφή πως είναι ο Θεός και αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια. Και αλλού λέγει πάλι η Γραφή: Εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι ούτε πώς να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στο Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Και αλλού: Θα προσευχηθώ με το Πνεύμα, θα προσευχηθώ και με το νου, δηλαδή με το νου και το Πνεύμα. Το να προσκυνώ λοιπόν το Πνεύμα ή να προσεύχομαι, δεν μου φαίνεται ότι είναι τίποτε άλλο παρα το ότι το ίδιο το Πνεύμα προσφέρει στον εαυτό του την προσευχή και την προσκύνηση, Ποιος από τους ένθεους και από αυτούς, που γνωρίζουν πολύ καλό, δεν θα επαινούσε αυτό το πράγμα, ότι δηλαδή η προσκύνηση του ενός, και των τριών είναι προσκύνηση, αφού είναι ομότιμη και στα τρία πρόσωπα η αξία και η θεότητα; Και βέβαια ούτε εκείνο που λέγεται στη Γραφή θα φοβηθώ, ότι δηλαδή τα πάντα έχουν γίνει μέσω του Υιού, σαν να ήταν ένα από τα πάντα και το άγιο Πνεύμα. Διότι, τα πάντα όσα έχουν γίνει λέγει η Γραφή, όχι απλώς τα πάντα χωρίς περιορισμό. Ούτε βέβαια περιλαμβάνεται ο Πατέρας, ούτε όσα δεν έχουν γίνει. Απόδειξε πρώτα ότι έχει γίνει μέσα στο χρόνο, και τότε απόδοσέ το στον Υιό και συναρίθμησέ το με τα κτίσματα. Όσο εσύ δεν το αποδεικνύεις, αυτή η περιεκτική φράση δεν θα σε βοηθήσει στην ασέβειά σου. Διότι αν έχει γίνει, οπωσδήποτε δια του Χριστού έχει γίνει. Ούτε εγώ ο ίδιος θα το αρνηθώ. Εάν όμως δεν έχει γίνει, πώς είναι ένα από τα πάντα ή έχει γίνει μέσω του Χριστού; Σταμάτα λοιπόν ν' ατιμάζεις και τον Πατέρα περιφρονώντας το Μονογενή Υιό του - διότι είναι ατιμία για τον Πατέρα, θεωρώντας κτίσμα το ύψιστο (τον Υιό), να τον στερείς από τον Υιό Του -και τον Υιό περιφρονώντας το Πνεύμα. Διότι (ο Υιός) δεν είναι δημιουργός κάποιου δούλου όμοιου μ' αυτόν, αλλ' αυτός που συνδοξάζεται με τον ομότιμό του, το Πνεύμα. Τίποτε από την αγία Τριάδα να μη βάλλεις στην ίδια κατηγορία με σένα, για να μην πέσεις εσύ από την Τριάδα. Και με κανένα τρόπο να μην περικόψεις τη μία φύση και εξίσου άξια σεβασμού, διότι αν κάτι καθαιρέσεις από τα τρία πρόσωπα, θα έχεις καθαιρέσει μαζί του το σύνολο, ή μάλλον θα έχεις ξεπέσει εσύ απ' όλα. Καλύτερα να σχηματίσεις μία ατελή ιδέα για τον τρόπο της ενώσεως, παρά ν' αποτολμήσεις μια τόσο μεγάλη ασέβεια. 13. Έφτασε όμως ο λόγος μας και σε αυτό το ουσιαστικό κεφάλαιο· και στενάζω βέβαια, διότι ζήτημα το οποίο είχε σβήσει από παλιά και είχε υποχωρήσει μπροστά στην αλήθεια, τώρα αναζωπυρώνεται. Είναι ανάγκη όμως ν'αντιταχθοϋμε στους φλύαρους και να μη νικηθούμε λόγω της απουσίας μας, με το να έχουμε λόγο και να συνηγορούμε υπέρ του Πνεύματος. Εάν, λέγει, υπάρχει Θεός και Θεός καί Θεός, πώς δεν υπάρχουν τρεις Θεοί; Και πώς αυτό που δοξολογείται, δεν είναι πολυαρχία; Ποιοί είναι αυτοί που λένε τέτοια πράγματα; Εκείνοι, oι οποίοι είναι τελειότεροι στην ασέβεια, ή και εκείνοι που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, εννοώ δηλαδή αυτούς που είναι κάπως σώφρονες σχετικά με τον Υιό; Η μία μου απάντηση θα είναι κοινή και για τους δύο, η άλλη μου απάντηση θα είναι ιδιαίτερη για τους δεύτερους. Η απάντησή μου λοιπόν προς τους τελευταίους είναι αυτή: Τι λέτε σε μας τους τριθεΐτες εσείς που σέβεστε τον Υιό, αλλά επαναστατήσατε κατα του Πνεύματος; Εσείς δεν είσαστε διθεΐτες; Εάν επιπλέον αρνείσθε και την προσκύνηση του Μονογενούς, έχετε σαφώς ταχθεί με το μέρος των αντιπάλων. Και τότε γιατί να σας φερόμαστε φιλάνθρωπα σαν τάχα να μην είσαστε εντελώς νεκρωμένοι; Αν όμως σέβεσθε τον Υιό και πιστεύετε ορθα και σωτήρια μέχρι αυτό το σημείο, τότε θα σας ρωτήσουμε: Ποιος είναι ο λόγος της διθεΐας σας, αν κατηγορηθείτε γι' αυτό; Εαν υπάρχει κάποια απάντηση συνετή, αποκριθείτε και δείξτε και σε μας τον τρόπο ν' απαντάμε. Διότι με όποια επιχειρήματα θ' αποκρούσετε εσείς την διθεΐα, αυτά θ' αρκέσουν και σε μας για ν' αποκρούσουμε τήν τριθεΐα. Κι έτσι θα νικάμε χρησιμοποιώντας εσάς τους κατήγορους ως συνήγορους. Τι πιο γενναίο απ' αυτό; 14. Αλλά πώς θ' αγωνιστούμε και θ' αποκριθούμε ενάντια και στους δύο; Για μας ένας Θεός υπάρχει, διότι μία είναι η θεότητα. Και στο ένα αναφέρονται τα προερχόμενα από αυτό, ακόμη κι αν θεωρούνται τρία. Διότι δεν είναι άλλο από τα πρόσωπα περισσότερο Θεός και άλλο λιγότερο Θεός ούτε υπάρχει άλλο προγενέστερο και άλλο μεταγενέστερο· ούτε χωρίζονται ως προς το θέλημα, ούτε διαιρούνται ως προς τη δύναμη. Ούτε είναι δυνατόν να βρίσκει κανένας σ' αυτά, κάτι απ' αυτά που ύπάρχουν στα κτιστά όντα, που μπορούν να διαχωριστούν. Αλλά εάν πρέπει να εκφραστούμε με συντομία, η θεότητα είναι αδιαίρετη, αν και διακρίνεται σε πρόσωπα. Και όπως συμβαίνει με τρεις ήλιους oι οποίοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους: μία είναι η έκχυση του φωτός. Οταν λοιπόν αναβλέψουμε προς τη θεότητα και την πρώτη αιτία και τη μοναρχία, ένα είναι αυτό που μας εμφανίζεται. Όταν πάλι αναβλέψουμε σ'αυτά, στα οποία ενυπάρχει η θεότητα και τα οποία προέρχονται αχρόνως από την πρώτη αιτία έχοντας την ίδια δόξα, τότε τρία είναι τα προσκυνούμενα. 15. Όμως, τι θα ισχυρίζονταν, δεν υπάρχει και στους Έλληνες μία θεότητα, όπως διδάσκουν όσοι από εκείνους φιλοσοφούν βαθύτερα, και για μας δεν υπάρχει μία ανθρωπότητα, όλο δηλαδή το ανθρώπινο γένος; Αλλά όμως υπάρχουν γι' αυτούς πολλοί θεοί και όχι ένας, όπως και άνθρωποι πολλοί; Εκεί όμως το ένα μπορεί η κοινωνία να το φανταστεί μόνο με τη σκέψη· τα δε επιμέρους άτομα είναι διαχωρισμένα στον ύψιστο βαθμό μεταξύ τους και ως προς το χρόνο και ως προς τα πάθη και ως προς τη δύναμη. Διότι εμείς oι άνθρωποι δεν είμαστε μόνο σύνθετοι, αλλά και αντίθετοι και μεταξύ μας αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό, μη παραμένοντας απόλυτα οι ίδιοι ούτε και για μια μέρα, αλλά όχι όλη τη ζωή μας, αλλά και σωματικά και ψυχικά συνεχώς αλλάζουμε και μεταβαλλόμαστε. Δεν ξέρω μάλιστα, μήπως και oι άγγελοι (μεταβάλλονται) και όλη η ανώτερη φύση μετά την Τριάδα, έστω κι αν μερικοί είναι απλοί και περισσότερο παγιωμένοι προς το καλό, επειδή είναι πλησίον του ύψιστου Αγαθού. 21. Πολλές φορές και πάλι επανέρχεσαι και μας κατηγορείς ότι δεν στηριζόμαστε στην αγία Γραφή (για να καταδείξουμε τη θεότητα του Πνεύματος). Ότι βέβαια δεν είναι ξένο το Πνεύμα, ούτε παρείσακτο, αλλά και στους αγίους της Παλαιάς Διαθήκης και στους σημερινούς φανερώνεται και αποκαλύπτεται, έχει ήδη αποδειχθεί από πολλούς, oι οποίοι ασχολήθηκαν μ' αυτό, όσοι βέβαια αφού μελέτησαν όχι με ραθυμία ή έπιπολαιδτητα τις θείες γραφές, αλλά διέσχισαν το «γράμμα» και έσκυψαν να δουν μέσα από αυτό, αξιώθηκαν να δουν την κρυμμένη ομορφιά και καταυγάσθηκαν από το φωτισμό της γνώσεως(4). 25. Δύο λαμπρές αλλαγές του τρόπου της ζωής μας έχουν γίνει στο διάβα όλου του χρόνου, oι οποίες και δύο Διαθήκες καλούνται, και σεισμοί της γης, διότι αποτελούν μία περιβόητη πραγματικότητα. Η πρώτη είναι η μετάβαση από τα είδωλα στο νόμο και η δεύτερη από το νόμο στο Ευαγγέλιο. Όμως και τρίτος σεισμός μας έχει αναγγελθεί, η μετάσταση δηλαδή από το εδώ στα εκεί, τα μη πλέον κινούμενα και σαλευόμενα. Αυτό έχουν πάθει και oι δύο Διαθήκες. Τι είναι αυτό; Δεν μετακινήθηκαν ξαφνικά, ούτε με την πρώτη κίνηση για πραγματοποίηση του εγχειρήματος. Για ποιο λόγο; Διότι είναι αναγκαίο να ξέρουμε. Για να μην πιεσθούμε αλλά να πεισθούμε. Διότι αυτό που γίνεται παρα τη θέλησή μας, δεν είναι μόνιμο, όπως ακριβώς όσα συγκρατούνται βίαια από τα ρεύματα και τα φυτά. Όμως αυτό που γίνεται με τη θέλησή μας, και μονιμότερο είναι και ασφαλέστερο. Το ένα είναι έργο αυτού που μας εξαναγκάζει, το άλλο είναι δικό μας· και το ένα πάλι είναι έργο της επιείκειας του Θεού, το άλλο της τυραννικής εξουσίας. Δεν ενόμισε λοιπόν ότι πρέπει χωρίς να θέλουμε να μας κάνει καλό, αλλά να μας ευεργετεί, όταν εμείς το θέλουμε. Γι' αυτό, για παιδαγωγικούς και ιατρικούς λόγους, άλλα αφαιρεί από τα πατροπαράδοτα έθιμα και άλλα επιτρέπει, υποχωρώντας λίγο σε αυτά που δίνουν χαρά. Έτσι, όπως ακριβώς κάνουν και oι γιατροί στους αρρώστους, δηλαδή για να γίνει αποδεκτή η θεραπεία με φάρμακα, αλλάζουν επιτήδεια τη γεύση τους με προϊόντα περισσότερο ευχάριστα. Διότι δεν είναι εύκολη η αλλαγή σ' αυτά που είχαν γίνει συνήθεια και τιμούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τι εννοώ δηλαδή; Η πρώτη αλλαγή περιέκοψε βέβαια τα είδωλα, αλλά επέτρεψε τις θυσίες· η δεύτερη αλλαγή κατάργησε τις θυσίες, αλλά δεν εμπόδισε την περιτομή. Επειτα, όταν οριστικά συμβιβάστηκαν με αυτή την αφαίρεση, τότε παραδέχτηκαν και την παραχώρηση που είχε γίνει σ' αυτούς, δηλαδή oι Ιουδαίοι τίς θυσίες και oι χριστιανοί την περιτομή. Και έγιναν από εθνικοί ιουδαίοι και από ιουδαίοι χριστιανοί, αφού οδηγήθηκαν ανεπαίσθητα προς το Ευαγγέλιο με αυτές τις επιμέρους αλλαγές. Θα σε πείσει γι' αυτό ο Παύλος, ο οποίος προερχόμενος από περιτομές και αγνισμούς έλεγε: «Όσο για μένα αδελφοί μου, γιατί με καταδιώκουν, εάν κηρύττω την αναγκαιότητα της περιτομής;». Εκείνο ήταν σημείο οικονομίας αυτό είναι δείγμα της τελειότητας. 26. Με αυτόν τον τρόπο μπορώ να εικάζω ό,τι αφορα στην θεολογία, όσο όμως είναι δυνατόν, από τ' αντίθετα. Διότι, πράγματι εκεί, από τις αφαιρέσεις γίνεται η αλλαγή· εδώ όμως με τις προσθήκες επιτυγχάνεται η τελειότητα. Βέβαια, έτσι είναι. Εκήρυττε φανερό η Παλαιά Διαθήκη τον Πατέρα και αμυδρότερα τον Υιό. Φανέρωσε η Καινή Διαθήκη τον Υιό, υπέδειξε τη θεότητα του Πνεύματος. Δρα τώρα το Πνεύμα, κάνοντάς μας σαφέστερη τη φανέρωσή του. Διότι δεν θα ήταν ασφαλές, χωρίς πρωτύτερα να ομολογηθεί η θεότητα του Πατρός, να κηρύσσεται φανερό ο Υιός ούτε προτού να γίνει παραδεκτή η θεότητα του Υιού, να «επιφορτισθούμε» με το Πνεύμα το άγιο, για να χρησιμοποιήσω μία έκφραση λίγο τολμηρότερη· μήπως κινδυνεύσουν και στο κατά δύναμη, όπως ακριβώς με όσους, oι οποίοι αφού φάνε πάνω από την αντοχή τους βαραίνουν και αφού προσβάλουν την δράση πάνω από τη δύναμη κοιτάζοντας το φως του ήλιου την καθιστούν ασθενέστερη. Αντιθέτως, με τις βαθμιαίες προσθήκες και όπως είπε ο Δαβίδ, με τις αναβάσεις και με τις από δόξα σε δόξα προόδους και προκοπές, το φως της Τριάδας θα λάμψει στους πιο φωτισμένους. Και νομίζω, ότι γι' αυτό τον λόγο και στους μαθητές επιδημεί σταδιακά, ανάλογα με την ικανότητα εκείνων που το δέχονται, δηλαδή στην αρχή του Ευαγγελίου, μετά το πάθος, μετά την Ανάληψη, όταν επιτελεί τα θαύματα, όταν εμφυσείται και όταν εμφανίζεται ως πύρινες γλώσσες. Και από τον Ιησού φανερώνεται σταδιακά, όπως θα διαπιστώσεις κι εσύ ο ίδιος, αν μελετήσεις με περισσότερο επιμέλεια: Θα παρακαλέσω, λέγει η Γραφή, τον Πατέρα να σας δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της αληθείας, για να μη νομίσει κανένας ότι είναι αντίθετος από το Θεό και πως μιλάει από κάποια άλλη εξουσία. Έπειτα «θα στείλει» ο Πατέρας, αλλά «στο όνομά μου» αφού άφησε στην άκρη το «θα ρωτήσω», το «θα στείλει» διατήρησε. Στην συνέχεια με το «θα στείλω» διακήρυξε το δικό του αξίωμα· κατόπιν με το «θα έλθει» διακηρύσσεται η εξουσία του Πνεύματος. 27. Βλέπεις, λοιπόν, σταδιακούς φωτισμούς που μας φωτίζουν και την τάξη της θεολογίας, την οποία καλύτερα να τηρούμε και εμείς, και ούτε να τη φανερώνουμε μια και καλή, ούτε να την αποκρύπτουμε τελείως. Διότι το ένα δείχνει έλλειψη διακρίσεως, το άλλο αθεΐα. Και το ένα πάλι μπορεί να βλάψει τους άπιστους, ενώ το άλλο ν' αποδιώξει τους δικούς μας. Όμως, αυτό το οποίο ίσως ήλθε και στο μυαλό άλλων, αλλά εγώ θεωρώ καρπό της δικής μου διανοίας, θα το προσθέσω σ' αυτά, που έχουν ήδη ειπωθεί. Κατά τον Σωτήρα ήσαν μερικά, για τα οποία έλεγε στους μαθητές ότι δεν μπορούσαν τότε να τα βαστάσουν, αν και είχαν χορτάσει με διδασκαλίες, ίσως για τους λόγους που ανέφερα, και γι' αυτό δεν τα αποκάλυψε. Έλεγε πάλι, ότι όλα αυτά θα μας τα διδάξει το άγιο Πνεύμα, όταν θα κατέλθει. Ένα από αυτά (που θα μας διδάξει) είναι, νομίζω, και ή ίδια η θεότητα του Πνεύματος, η οποία αποσαφηνίζεται αργότερα, αφού μετά την αποκατάσταση του Σωτήρα, τυχαίνει να είναι ώριμη και καταληπτή η γνώση, αφού κανένας πλέον δεν απιστεί στο θαύμα. Τι λοιπόν θα ήταν πιο μεγάλο, αυτό που εκείνος υποσχέθηκε ή αυτό που το Πνεύμα δίδαξε; Εάν βέβαια πρέπει σαν κάτι μεγάλο να νομίζουμε καί άξιο της μεγαλοπρέπειας του Θεού, αυτό το οποίο υπόσχεται, ή αυτό το οποίο διδάσκεται. 28. Ετσι λοιπόν πιστεύω γι' αυτά και μακάρι έτσι να πιστεύω εγώ, και όποιος μου είναι αγαπητός. Να τιμάμε δηλαδή ως Θεό τον Πατέρα, Θεό τον Υιό, Θεό το Πνεύμα το άγιο, τρεις oι ιδιότητες, αλλά μία η θεότητα, χωρίς να διαιρείται ως προς τη δόξα, την τιμή και τη βασιλεία, όπως θεολόγησε κάποιος από τους θεοφόρους άνδρες λίγο προγενέστερα. Και όποιος δεν πιστεύει έτσι ή προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις, αλλάζοντας συνεχώς την πίστη του και σκέπτεται με επιπολαιότητα, γι' αυτά που είναι τόσο σπουδαία, ας μη δει τον ήλιο ν' ανατέλλει, όπως λέγει η Γραφή, ούτε τη δόξα της ουράνιας λαμπρότητας. Διότι αν το Πνεύμα δεν είναι προσκυνητόν, πώς με θεώνει με το βάπτισμα; Αν πάλι προσκυνείται, πώς να μη λατρεύεται; Και αν λατρεύεται, πώς δεν είναι Θεός; Το ένα εξαρτάται από το άλλο, κι έτσι έχουμε πράγματι μία χρυσή και σωτήρια αλυσίδα. Από το Πνεύμα συμβαίνει η αναγέννηση σε μας από την αναγέννηση ακολουθεί η ανάπλαση και από την ανάπλαση η επίγνωση της αξίας εκείνου που μας ανέπλασε. 29. Αυτά λοιπόν θα μπορούσε να πει κανένας, αν προϋπέθετε ότι δεν υπάρχει στην Γραφή. Ήδη όμως θα έλθει σε σένα το πλήθος των μαρτυριών, με τις οποίες θ' αποδειχθεί ότι αναφέρεται και με το παραπάνω μέσα στην αγία Γραφή η θεότητα του Πνεύματος, σε όσους βέβαια δεν είναι πολύ ανόητοι, ούτε αποξενωμένοι από το Πνεύμα. Σκέψου λοιπόν τα εξής: Γεννιέται ο Χριστός; Το Πνεύμα προηγείται· βαπτίζεται; Αυτό δίνει μαρτυρία· δέχεται πειρασμούς; Τον οδηγεί. Επιτελεί θαύματα; Τον συνοδεύει. Ανέρχεται; Τον διαδέχεται. Ποιο άραγε από τα μεγάλα και απ' όσα κάνει ο Θεός, δεν μπορεί το Πνεύμα; Ποια πάλι ονομασία δεν έχει απ' όσες έχει ο Θεός εκτός από την αγεννησία και τη γέννηση; Διότι έπρεπε να μείνουν oι ιδιότητες στον Πατέρα και στον Υιό, για να μην υπάρχει σύγχυση στη θεότητα, η οποία και τ' άλλα οδηγεί σε τάξη και κοσμιότητα. Εγώ φρίττω αναλογιζόμενος τον πλούτο των ονομασιών του Πνεύματος και σε πόσες από αυτές δείχνουν την ασέβειά τους αυτοί που επιτίθενται στο Πνεύμα. Λέγεται λοιπόν Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, το ίδιο επίσης Κύριος, Πνεύμα υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας· Πνεύμα σοφίας, συνέσεως, θελήσεως, δυνάμεως, γνώσεως, ευσεβείας, φόβου Θεού. Διότι αυτό είναι το οποίο προκαλεί όλα αυτά. Όλα τα γεμίζει με το είναι του, όλα τα συγκρατεί. Με την ύπαρξή του γεμίζει όλο τον κόσμο, δεν περιορίζεται όμως η δύναμή του στον κόσμο. Είναι αγαθό, ευθές, ηγεμονικό, αγιάζει από τη φύση του και όχι λόγω θέσεως, δεν αγιάζεται, είναι το μέτρο, δεν μετριέται, μετέχεται δεν μετέχει, πληροί, δεν πληρούται, συγκρατεί δεν συγκρατείται, κληρονομείται, δοξάζεται, συναριθμείται, απειλείται, λέγεται δάκτυλος Θεού και φωτιά όπως ο Θεός, για να δοθεί νομίζω, έμφαση στο ομοούσιο. Το Πνεύμα είναι αυτό που δημιούργησε, που μας ανακαινίζει με το βάπτισμα και την ανάσταση. Το Πνεύμα είναι αυτό που γνωρίζει τα πάντα, που διδάσκει, που πνέει όπου και όσο θέλει, που οδηγεί, λαλεί, αποστέλλει, αφορίζει, παροργίζεται, πειράζεται, αποκαλύπτει, φωτίζει, δίνει ζωή, μάλλον είναι το ίδιο φως και ζωή. Είναι αυτό που μας κάνει ναούς, μας θεώνει, μας τελειοποιεί, ώστε και να προηγείται του βαπτίσματος, αλλά και να επιζητείται μετά το βάπτισμα. Ενεργεί επίσης όσα κι ο Θεός, διαμοιράζεται σε γλώσσες πύρινες , μοιράζει χαρίσματα, καθιστά αποστόλους, προφήτες, ευαγγελιστές, ποιμένες και διδασκάλους. Είναι νοερό, πολυμερές, σαφές, τρανό, ανεμπόδιστο, αμόλυντο. Αυτό σημαίνει μέ ισοδύναμες λέξεις, πως είναι η ύψιστη σοφία και μπορεί να ενεργεί με πολλούς τρόπους και αποσαφηνίζει τα πάντα και τα διατρανώνει. Και είναι αυτεξούσιο και αναλλοίωτο, παντοδύναμο, επιβλέπει τα πάντα και διεισδύει σε όλα τα νοερά πνεύματα, τα καθαρά και λεπτότατα, δηλαδή εννοώ τις αγγελικές δυνάμεις, όπως και στα πνεύματα των προφητών και των αποστόλων, την ίδια στιγμή αλλά όχι στους ίδιους τόπους, αφού είναι διασκορπισμένα εδώ κι εκεί. Με το να έχουν απονεμηθεί άλλα σε άλλο μέρος φανερώνεται το απερίγραπτο (αυτού). 30. Αυτοί που λένε και διδάσκουν αυτά και επιπλέον το ονομάζουν «άλλον Παράκλητον», δηλαδή άλλον Θεό, αυτοί oι οποίοι γνωρίζουν ότι η μόνη ασυγχώρητη αμαρτία είναι η βλασφημία σ'αυτό, αυτοί που τόσο φοβερά στηλίτευσαν τον Ανανία και τη Σαπφείρα, επειδή είπαν ψέματα στο Πνεύμα το άγιο, σαν να είπαν ψέματα στον Θεό και όχι σε άνθρωπο, αυτοί λοιπόν τι σου φαίνεται από τα δύο, ότι κηρύττουν πως το άγιο Πνεύμα είναι Θεός ή κάτι αλλο; Πόσο στ' αλήθεια ανόητος είσαι και μακριά από το Πνεύμα, εάν απορείς γι' αυτό και χρειάζεσαι κάποιον να σε διδάξει. Oι ονομασίες λοιπόν του Πνεύματος είναι τόσες πολλές και τόσο ζωντανές. Γιατί λοιπόν πρέπει να σου παραθέσω τις μαρτυρίες γι' αυτές τις λέξεις; Και όσα εδώ λέγονται με τρόπο ταπεινό, ότι δηλαδή δίδεται, ότι αποστέλλεται, ότι μερίζεται, ότι είναι χάρισμα, δώρημα, εμφύσημα, επαγγελία, μεσιτεία, είτε κάτι άλλο σαν αυτά, για να μην απαριθμώ το καθένα ξεχωριστά, πρέπει να το αναγάγουμε στην πρώτη αιτία, για να καταδειχθεί από πού προέρχεται και να μην γίνουν παραδεκτές από κάποιους, τρεις αρχές διαχωρισμένες μεταξύ τους, σαν να υπάρχει πολυθεΐα. Διότι είναι εξίσου ασέβεια να ταυτίσει κανένας τα πρόσωπα, όπως ο Σαβέλλιος και να διαχωρίσει τις φύσεις όπως ο Άρειος. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/gregory_agpneyma.html

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

περί εξομολογήσεως

Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή καί αποτελεί ένα τών μυστηρίων τής Εκκλησίας μας.

Η εξομολόγηση δέν είναι μία τυπική, από συνήθεια «γιά τό καλό» καί λόγω τών επικείμενων εορτών, βεβιασμένη καί πρόχειρη πράξη από ένα καί μόνο καθήκον ή υποχρέωση καί πρός ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θά πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε μέ τή μετάνοια. Μάς έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).
Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής καί λύπης, γιά τήν απομάκρυνση από τόν Θεό διά τής αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δέν συνδυάζεται μέ τήν αφόρητη θλίψη, τήν υπερβολική στενοχώρια καί τίς αδυσώπητες ενοχές. Τότε δέν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα τού «εγώ», θυμός μέ τόν εαυτό μας, πού εκδικείται γιατί εκτίθεται καί ντροπιάζεται καί δέν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νού, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος τής αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη τής αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία καί διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως μέ τόν Χριστό διά τής Χάριτος τού πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τά βάθη τής καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στό μυστήριο τής θείας καί ιεράς εξομολογήσεως.
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά καί ταπεινά ενώπιον τού εξομολόγου, ως εν προσώπω τού Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δέν μπορεί ν' αντικαταστήσει τόν εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω καί η πιό θαυματουργή, δέν μπορεί νά δώσει αυτό πού δίνει τό πετραχήλι τού εξομολόγου, τήν άφεση τών αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τόν εξομολογούμενο, τόν υιοθετεί καί τόν αναγεννά πνευματικά, γι' αυτό καί ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή καί δυνατή, δυνατότερη καί συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος μέ φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση καί αγάπη παρακολουθεί τόν αγώνα τού εξομολογούμενου καί τόν χειραγωγεί διακριτικά στήν ανοδική πορεία τής εν Χριστώ ζωής.


Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τόν επίσκοπο γιά τό εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως τό χάρισμα τού «δεσμείν καί λύειν» αμαρτίες τό λαμβάνει μέ τή χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος τών αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια καί μεγάλη έχει η εγκυρότητα καί η κανονικότητα τής αποστολικής διαδοχής διά τών επισκόπων. Τό μυστήριο τής εξομολογήσεως όπως καί όλα τ' άγια μυστήρια τής Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται καί χαριτώνουν τούς πιστούς όχι κατά τήν αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα καί τέχνη τού ιερέως, ακόμη καί τήν αρετή καί αγιότητά του, αλλά τή διά τής κανονικότητος τής ιερωσύνης καί τού Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες τού ιερέως δέν εμποδίζουν τή θεία Χάρη τών μυστηρίων. Αλλοίμονο άν αμφιβάλλουμε άν κατά τήν αναξιότητα τού ιερέως τό ψωμί καί τό κρασί έγινε σώμα καί αίμα Χριστού κατά τή θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δέν σημαίνει ότι ο ιερεύς δέν θά πρέπει μόνιμα ν' αγωνίζεται γιά τήν καθαρότητά του. Έτσι δέν υπάρχουν καλοί καί κακοί εξομολόγοι. Όλοι οι εξομολόγοι τήν ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως τό δικαίωμα επιλογής τού εξομολόγου. Μπορούμε νά προστρέξουμε σέ αυτόν πού αληθινά μάς αναπαύει. Δέν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δέν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως καί οι εξομολόγοι θά πρέπει νά στενοχωρούνται παράφορα καί νά δημιουργούν μάλιστα καί προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πώς ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι μέ τό πρόσωπό του καί όχι μέ τόν Χριστό καί τήν Εκκλησία, καί θεωρούν τήν αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δέν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μάς ανήκουν αποκλειστικά καί μπορούμε νά τούς εξουσιάζουμε καί νά τούς φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους καί ανελεύθερους υποτακτικούς. Είπαμε βέβαια πώς ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας καί ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό νά λυπάται γιά τήν αναχώρηση τού υιού του. Προτιμότερο όμως είναι νά εύχεται γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί τή σύνδεσή του μέ τήν Εκκλησία, έστω καί παρά τήν αποσύνδεσή του από τόν ίδιο. Νά εύχεται καί όχι νά απεύχεται.
Τό έργο τού εξομολόγου δέν είναι μόνο η απλή ακρόαση τών αμαρτιών τού εξομολογούμενου καί η ανάγνωση στό τέλος τής συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στήν ώρα τής εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σάν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς τό τέκνο του, τό ακούει καί τό παρακολουθεί προσεκτικά, τό νουθετεί κατάλληλα, τό κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τά τάλαντά του, δέν τού θέτει υπερβολικά βάρη, τό κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, τό οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, τό θεραπεύει ανάλογα, δέν τό αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τόν αγώνα παθοκτονίας καί αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στήν ψυχή του τήν αθάνατη Χριστό.
Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική καί υιική σχέση εξομολόγου καί εξομολογουμένου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα καί ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει τήν καρδιά του στόν εξομολόγο καί τού εκθέτει τά πιό κρύφια, τά πιό δόλια, τά πιό ακάθαρτα, όλα τά μυστικά του, πράξεις απόκρυφες καί επιθυμίες βλαβερές, ακόμη καί αυτά πού δέν θέλει νά ομολογήσει στόν ίδιο του τόν εαυτό καί δέν λέει στόν πιό στενό συγγενή του καί τόν καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θά πρέπει απόλυτα νά σεβασθεί αυτή τήν απεριόριστη εμπιστοσύνη τού εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε καί από τό γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τούς θείους καί Ιερούς Κανόνες τής Εκκλησίας μέ τό απόρρητο τής εξομολογήσεως.
Στήν ορθόδοξη εξομολογητική δέν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση τής κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, μέ ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις καί δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες καί διαθέσεις. Ο εξομολόγος μέ τή Χάρη τού Θεού καί τή θεία φώτιση θά πρέπει νά διακρίνει όλ' αυτά, ώστε ν' αποφασίσει τί καλύτερα θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει γιά νά βοηθήσει τόν εξομολογούμενο. Αλλοτε χρειάζεται η επιείκεια καί άλλοτε η αυστηρότητα. Δέν είναι γιά όλους πάντοτε τά ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θά πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο γιά νά λέγεται αυστηρός καί νά εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, γιά νά προτιμάται καί νά λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση καί προσευχή.
Η «οικονομία» δέν απαιτείται από τόν εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό νά γίνει κανόνας από τόν εξομολόγο. Η «οικονομία» θά πρέπει νά παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θά πρέπει νά είναι πάντα πρός καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι πού τήν επιβάλλουν ασφαλώς δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιείται. Γιά τήν ίδια αμαρτία μπορούμε νά έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους πρός αντιμετώπισή της.
Ο κανόνας δέν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δέν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δέν τίθεται πρός ικανοποίηση τού προσβληθέντος Θεού καί εξιλέωση τού αμαρτωλού ενώπιον τής Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μιά καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στήν ανώριμη μετάνοια, πρός συναίσθηση καί συνειδητοποίηση τού μεγέθους τής αμαρτίας. Η αμαρτία κατά τήν ορθόδοξη διδασκαλία δέν είναι τόσο παράβαση τού νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στό Θεό. Αγάπα καί κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος.
Ο κανόνας τίθεται πρός ολοκλήρωση τής μετάνοιας τού εξομολογούμενου, γι' αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δέν επιτρέπεται νά κοινοποιεί τίς αμαρτίες τού εξομολογουμένου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δέν επιτρέπεται νά κοινοποιεί στούς άλλους τόν κανόνα πού τού έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, πού είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.
Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός τής χάριτος τού Αγίου Πνεύματος. Κατά τήν ώρα τού μυστηρίου δέν λειτουργεί ως ψυχολόγος καί επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ' αμαρτήματα τού εξομολογουμένου προσεύχεται νά τόν φωτίσει ο Θεός νά δώσει τό καλύτερο φάρμακο πρός θεραπεία, νά σφυγμομετρήσει τόν βαθμό καί τήν ποιότητα τής μετανοίας του. Ο εξομολόγος δέν στέκεται απέναντι στόν εξομολογούμενο μέ περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα καί αλαζονεία, αλλά ούτε καί αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα καί κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη καί η προσοχή τού εξομολόγου θά βοηθήσει πολύ τόν εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θά πρέπει νά κάνει πολλές, περιττές καί αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θά πρέπει νά διακόπτει τίς λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων καί ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη καί τίς αναφορές ονομάτων, ώστε ν' ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δέν θά πρέπει νά φοβάται, νά δειλιάζει καί νά ντρέπεται, αλλά νά σέβεται, νά εμπιστεύεται, νά τιμά καί νά ευλαβείται τόν εξομολόγο. Αυτό τό κλίμα πάντως τής ιερότητος, αλληλοσεβασμού καί εμπιστοσύνης κυρίως θά τό καλλιεργήσει, εμπνεύσει καί δημιουργήσει ο εξομολόγος.
Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι τό σώμα τού Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας τών ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τά τραύματα, τίς πληγές καί τίς ασθένειες τής αμαρτίας, τών παθογόνων δαιμόνων καί τών ιοβόλων δαιμονικών παγίδων καί επηρειών τών δαιμονοκινήτων παθών.
Η Εκκλησία μας δέν είναι παράρτημα τού υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται νά ξεπεράσει τούς διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν' αρνείται τό σπουδαίο καί αγαθό αυτό έργο καί νά μή τό επιτελεί πλούσια, επαινετά καί θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος τής ζωής, λυτρώσεως καί σωτηρίας τών πιστών «υπέρ ών Χριστός απέθανεν» διά τής συμμετοχής τους στά μυστήρια τής Εκκλησίας. Τό πετραχήλι τού Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, πού λειαίνει καί ισιάζει τούς ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας καί όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας τών ανθρώπων πρός θεραπεία καί σωτηρία.
Ο Θεός χρησιμοποιεί τόν ιερέα γιά τή συγχώρηση τού πλάσματός του. Τό λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι' εμού τού αμαρτωλού πάντα, καί εν τώ νύν αιώνι καί εν τώ μέλλοντι. καί ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τώ φοβερώ αυτού Βήματι. περί δέ τών εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θά βαραίνουν τόν άνθρωπο καί στόν μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δέν εξομολογούνται. Είναι σάν νά μή πιστεύει κανείς στήν χάρη τού μυστηρίου. Ο Θεός τά γνωρίζει, αλλά θά πρέπει πρός άφεση, ταπείνωση καί ίαση νά εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δέν αναιρεί τήν αγάπη τής Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη πρός καλύτερη συναίσθηση τών πταισμάτων.
Κατά τόν όσιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις τών πονηρών έργων καί λόγων καί λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, πρός νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά καί σημαντικά αναφέρει πώς η εξομολόγηση πρέπει νά γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν' άγχεται νά εκμαιεύσει τήν ομολογία τού εξομολογουμένου. Μέ κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή τής λύπης πού προκάλεσε ειλικρινά μέ τήν αμαρτία στόν Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια πού σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος τής αμαρτίας, αγάπη τής αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στόν Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες καί μεταθέσεις, μέ ειλικρινή αυτομεμψία καί γνήσια αυτοεξουθένωση, πού φέρει τή χαρμολύπη καί τό χαροποιό πένθος τής Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση μέ κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα καί ακρίβεια, ανδρεία καί θάρρος, αυστηρότητα καί γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη καί τήν ώρα αυτή ο άνθρωπος νά μή παραδέχεται τήν ήττα του, τήν πτώση καί τήν αδυναμία του καί μέ ωραιολογίες καί μακρυλογίες νά μεταθέτει τά ποσοστά ευθύνης του, μέ περιστροφές καί μισόλογα, κατηγορώντας καί τούς άλλους, προκειμένου νά φυλάξει ακόμη καί τώρα ατσαλάκωτο τό εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση τού πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή πρό τής αμαρτίας καί όχι μετά καί μπροστά στόν εξομολόγο. Η πρό τού εξομολόγου ντροπή λέγουν θά μάς ελευθερώσει από τή ντροπή στήν έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δέν θά ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει νά είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής καί μέ τήν απόφαση νά μή επαναλάβει τά εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θά πρέπει νά είναι συνεχής, ώστε τά φιλεπίστροφα, κατά τόν όσιο Ιωάννη τής Κλίμακος, πάθη νά μή ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα νά θεραπεύονται. Έτσι δέν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία καί αυτομεμψία, δέν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη καί οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα καί η μνήμη τού θανάτου δέν είναι φοβερή καί τρομακτική.
Συμβαίνει συχνά-πυκνά καί τ' ομολογούμε μέ πολύ πόνο καί περισσή αγάπη τό κήρυγμα νά μήν είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή νά εξαντλείται σ' ένα ακόμη σχολιασμό τής φθηνής επικαιρότητος καί νά μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σέ τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε καί εμείς τή γνώμη μας γιά τά τρέχοντα καί συμβαίνοντα. Όμως τ' ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό καί ψυχωφελές. Τό κήρυγμα τής μετανοίας από τών Προφητών, τού Τιμίου Προδρόμου, τού Σωτήρος Χριστού καί πάντων τών αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο καί αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση τής μετοχής στ' άγια μυστήρια καί τής ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα τής καρδιάς. Καθαρότητα από τήν ποικίλη αμαρτία, τό πνεύμα τής απληστίας καί τής ευδαιμονίας τής σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, τό πνεύμα τής αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευομένου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου καί παράδοξου, τό δαιμονικό πνεύμα τών πονηρών λογισμών, τών φαντασιών καί φαντασιώσεων, τών καχυποψιών καί ζηλοφθονιών, τών ακαθάρτων καί σκοτεινών.
Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα τής καρδιάς, στίς αδελφικές σχέσεις, τίς συζυγίες, τίς συναδελφικές υποχρεώσεις, τίς φιλίες, τίς συζητήσεις, τίς σκέψεις, τίς επιθυμίες, τίς ιερατικές κλήσεις. Τά λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σέ ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα καί λεβεντιά. Έτσι μολύνεται τό λογιστικό τής ψυχής, διεγείρεται στήν απληστία τό επιθυμητικό καί αμβλύνεται σοβαρά τό βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος νά παρασύρεται στό κακό δίχως φραγμό καί όρια.
Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση τών παθών, η ωραιοποίηση τής αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία καί λάθος η παραδοχή τού λάθους, η ανάληψη τής ευθύνης καί η ταπεινή αποδοχή τού σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση τού εαυτού μας καί η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο καί εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τόν δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ' άφωτα δίχτυά του.
Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές καί συνοδικούς κανόνες, κατά τήν αρέσκεια, προτίμηση καί ευκολία, σέ σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος καί ακριβείας.
Κατόπιν όλων τούτων, τά οποία δέν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δέν έχουν εύκολο έργο. Δέν αρκεί πλέον η χειραγωγία στή μετάνοια καί η καλλιέργεια τής ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται τό ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό πρός απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση καί αντιμετώπιση τού σφοδρού ρεύματος τής αποϊεροποιήσεως, τής εκκοσμικεύσεως, τού αποηρωισμού, τού ευδαιμονισμού, τού πλουτισμού καί κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής καί αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, πού η αγωγή δέν τούς βοηθά νά συνειδητοποιήσουν τό νόημα καί τό σκοπό τής ζωής, τό κενό, τό άκοσμο, τό άνομο, τό άφωτο τής αμαρτίας.
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη καί γιά τούς χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιάς άκοπης, άμοχθης καί άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δέν αποδεχόμεθα τήν άρση τού προσωπικού μας σταυρού. Δέν γνωρίζουμε τό βάθος καί τό εύρος τού σταυρού. Προσκυνούμε τόν σταυρό στήν εκκλησία, κάνουμε τόν σταυρό μας, αλλά δέν ασπαζόμαστε τόν προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δέν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.
Τιμάμε τούς μάρτυρες καί τούς οσίους, αλλά δέν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στή νηστεία, δυσανασχετούμε στήν ασθένεια, δέν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη καί όταν φταίμε, οπότε πώς νά υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό καί εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πώς τό σύγχρονο κοσμικό πνεύμα τής ευκολίας, τής ανέσεως καί τού υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά τό μέτρο τής πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει τό ασκητικό Ευαγγέλιο.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα τής εποχής μας είναι η νοσηρή καί υπερβολική εμπιστοσύνη τού ανθρώπου στή λογική, τή διάνοια, τή γνώση καί τήν κρίση του. Πρόκειται γιά τόν παχυλό καί κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μάς διδάσκει τό νού νά τόν έχουμε εργαλείο καί νά τόν κατεβάσουμε στήν καρδιά. Η Εκκλησία μας δέν καλλιεργεί καί παράγει διανοούμενους. Γιά μάς ο ορθολογισμός δέν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μιά καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μιά μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στήν εντολή τής πίστεως, τής ελπίδος, τής αγάπης καί τής εμπιστοσύνης στόν Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τά πάντα μέ τήν κρισάρα τού μυαλού, μόνο μέ τόν πεπερασμένο νού του, κέντρο είναι ο εαυτός του καί τό κυρίαρχο εγώ του καί δέν εμπιστεύεται τή θεία Πρόνοια, τή θεία Χάρη καί θεία Βοήθεια στή ζωή του.
Θεωρώντας συχνά τόν εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δέν επιτρέπει στόν Θεό νά επέμβει στή ζωή του καί νά τόν κρίνει. Έτσι δέν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πώς τό νά νομίζει κάποιος πώς δέν έπεσε σέ αμαρτήματα, αυτό είναι η πιό μεγάλη πτώση καί πλάνη καί τό πιό μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι' αστοχία καί όχι γιά αμαρτία, θέλοντας ν' αμβλύνουν τή φυσική διαμαρτυρία τής συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων καί νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δέν είναι όπως οι λοιποί τών ανθρώπων καί ως εκ τούτου δέν χρήζουν εξομολογήσεως.
Κατά τούς αγίους πατέρες τής Εκκλησίας μας τό μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων τών παθών κατά τόν όσιο Ιωάννη τής Κλίμακος. Πρόκειται γιά πολύτεκνη μητέρα μέ πρώτες θυγατέρες τήν κενοδοξία καί τήν αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μιά μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση τών πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών καί επαίνων, πού επιφέρει τήν εξουδένωση καί εξουθένωση τών ανθρώπων, τή θεομίσητη κατάκριση, τόν θυμό, τήν οργή, τήν υποκρισία, τήν ασπλαχνία, τή μισανθρωπία, τή βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό καί δυσθεράπευτο. Η υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη καί πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία καί φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία καί υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στήν αμετανοησία.
Όργανο τής υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Μέ τήν αργολογία, τή φλυαρία, τήν πολυλογία, τό κουτσομπολιό, τή μωρολογία, τή ματαιολογία, τήν ανειλικρίνεια, τήν αδιακρισία, τή διγλωσσία, τή διπλωματία, τήν ευτραπελία, τήν προσποίηση καί τόν εμπαιγμό.
Από τά επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τά τής υπερηφάνειας, ερχόμαστε στή φιλαργυρία, πού γεννά τή φιλοχρηματία, τήν πλεονεξία, τήν απληστία, τήν τσιγγουνιά, τήν ανελεημοσύνη, τή σκληροκαρδία, τήν απάτη, τήν τοκογλυφία, τήν αδικία, τή δολιότητα, τή σιμωνία, τή δωροληψία, τόν τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος μέ τίς ύπουλες καί πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός καί η ύποπτη ακηδία καί αμέλεια.
Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στήν οικογενειακή ζωή καί φρονούμε πώς θά πρέπει νά θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους καί εξομολογουμένους. Η αποφυγή τής τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση τών τέκνων, θεωρούμενα προέκταση τού εγώ τών γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς καί εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως καί αλληλοσεβασμού καί όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά τήν ισόβια σύζευξη καί συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δέν υπάρχει συγχώρεση στίς ανθρώπινες αδυναμίες καί τά καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θά βοηθήσουν σημαντικά τά παιδιά τους όχι μέ τήν πλούσια ευγένεια έξω από τό σπίτι αλλά μέ τό ειρηνικό, νηφάλιο καί αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στό σπίτι τους. Η συμμετοχή τών παιδιών μαζί μέ τούς γονείς τους στό μυστήριο τής εξομολογήσεως θά τούς ενδυναμώσει μέ τή θεία Χάρη καί θά τούς στερεώσει στή βιωματική εμπειρία μέ τόν Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τά παιδιά τους τήν ταπείνωση, πού καίει τίς δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ένα σπιτικό πού ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση καί ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία τού Θεού καί γίνεται κάστρο απόρθητο στήν κακία τού κόσμου. Η μέ τή συγχωρητικότητα αγωγή τών παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία πού τά εμπνέει καί τά ενισχύει γιά τό μέλλον τους.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα, πού αποτελεί σοβαρό εμπόδιο γιά τή μετάνοια καί τήν εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, πού μαστίζει καί πολλούς ανθρώπους τής Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τή δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος τής παραβολής τού Ευαγγελίου.
Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, γιά τά οποία υπεραίρεται καί θέλει νά τιμάται καί επαινείται. Χαίρεται νά τόν κολακεύουν, νά εξουθενώνει καί ταπεινώνει τούς άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα καί θεωρεί τόν Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο νά τόν ανταμείψει. Πρόκειται τελικά γιά ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί καί τούς άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, πού τόν αυτοφυλακίζει καί δέν τόν αφήνει ν' ανοίξει τή θύρα τού θείου ελέους, διά τής μετανοίας.
Γέννημα τής υπερηφάνειας είναι καί η κατάκριση, πού δυστυχώς αποτελεί συνήθεια καί πολλών χριστιανών, πού ασχολούνται περισσότερο μέ τούς άλλους παρά μέ τόν εαυτό τους. Φαινόμενο τής εποχής μας καί τής κοινωνίας πού ωθεί τόν κόσμο στή συνεχή ετεροπαρατήρηση καί όχι τήν αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες καί δραστηριότητες τού σύγχρονου ανθρώπου δέν τόν θέλουν νά μείνει ποτέ μόνο πρός μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο καί μνήμη θανάτου. Τά λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα καί μακρόσυρτα μέ τά πάθη, τίς αμαρτίες, τά παραπτώματα τών άλλων. Όλ' αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν καί άν δέν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν τήν ψυχή καί τό νού μέ τά βρωμερά καί άσχημα καί μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στή μετριότητα, χλιαρότητα καί εφημερότητα τής φθηνής καθημερινότητος, μή συγκρινόμενος μέ τούς αγίους καί τούς ήρωες.
Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στίς μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους καί μολύνοντας τόν εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες καί ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πώς εκείνος πού περιεργάζεται συνεχώς τίς αμαρτίες τών άλλων ή κρίνει τόν αδελφό του από υποψία καί μόνο, αυτός δέν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε τήν έρευνα γιά νά γνωρίσει τίς αμαρτίες του.
Λέγονται πολλά καί διάφορα. Ένα τελικά είναι τό καίριο, σημαντικό καί εξέχον. Η σωτηρία μας, γιά τήν οποία δέν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δέν επιτυγχάνεται παρά μόνο μέ ειλικρινή μετάνοια καί καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δέν ανοίγει μόνο τόν ουράνιο παράδεισο, αλλά καί τόν επίγειο μέ τήν πρόγευση, έστω εν μέρει, τής ανεκλάλητης χαράς τής ατελεύτητης βασιλείας τών ουρανών καί τής υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί καί ειρηνοφόροι, οι κήρυκες τής μετανοίας, τής αναστάσεως, τής μεταμορφώσεως, τής ελευθερίας, τής χάριτος, τής ευλογίας τού Θεού στίς ψυχές τους καί τή ζωή τους. Η πλούσια χάρη τού Θεού κάνει τόν λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δέν υπερβαίνει τήν αγάπη τού Θεού. Κανείς αμαρτωλός άν θέλει δέν αδυνατεί ν' αγιάσει. Μάς τό αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι τού Συναξαριστή.
Ο εξομολόγος εξομολογεί καί συγχωρεί τούς εξομολογούμενους μέ τ' άγιο πετραχήλι του. Δέν μπορεί όμως νά αυτοεξομολογηθεί καί νά θέσει ο ίδιος τό πετραχήλι του στό κεφάλι του γιά νά συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα νά σκύψει σέ άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τά έθεσε η πανσοφία καί η φιλευσπλαγχνία τού Θεού.
Δέν μπορεί νά εξομολογούμε καί νά μή εξομολογούμεθα. Νά διδάσκουμε καί νά μή πράττουμε. Νά μιλάμε γιά μετάνοια καί νά μή μετανοούμε οι ίδιοι. Νά μιλάμε γιά εξομολόγηση καί νά μή εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται καί ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα τής Εκκλησίας μας.
Αδελφοί μου αγαπητοί, τό πετραχήλι τού πνευματικού δύναται νά γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν' αναστήσει νεκρούς, ν' ανανεώσει καί μεταμορφώσει τόν άκοσμο κόσμο, νά χαροποιήσει γή καί ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύθηκε τό μέγα λειτούργημα, τό ιερό υπούργημα, στούς ιερείς μας καί όχι στούς αγγέλους, γιά νά τούς πλησιάζουμε άνετα καί άφοβα ως ομοιοπαθείς καί ομόσαρκους.
Όλα τά παραπάνω, ειλικρινά καί διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, πού δέν θέλησε νά κάνει τόν δάσκαλο, αλλά τόν συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη νά σάς θυμίσει μέ απλά καί άτεχνα λόγια τή ζώσα παράδοση τής αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί τού πάντοτε επίκαιρου θέματος τής θεοΰφαντης καί θεομακάριστης μετανοίας καί τής θεοπαράδοτης καί θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.
Γέρων Μωϋσής (Μοναχός Αγιορείτης)